Η αρχιτεκτονική της γέφυρας εξακολουθεί να μαρτυρεί τη μεθοδικότητα και μαστοριά των κτιστών του 18ου αιώνα και η ονομασία της τη μαστοριά των βυρσοδεψών ήδη από τον 14ο αιώνα, όταν οι Βενετοί έφερναν υφάσματα από τη Δυτική Ευρώπη για βαφή.
Η αρχιτεκτονική της γέφυρας εξακολουθεί να μαρτυρεί τη μεθοδικότητα και μαστοριά των κτιστών του 18ου αιώνα και η ονομασία της τη μαστοριά των βυρσοδεψών ήδη από τον 14ο αιώνα, όταν οι Βενετοί έφερναν υφάσματα από τη Δυτική Ευρώπη για βαφή.
O Μπόγιοβιτς με το σχεδιαστικό του ταλέντο κατορθώνει να παρουσιάσει τεράστιους οικοδομικούς όγκους που, σε αντίθεση με το «βάρος» και τη «σταθερότητα» ανάλογων κτηρίων στις υπόλοιπες πόλεις των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», χαρακτηρίζονται από δυναμισμό και αίσθηση «κίνησης». Αυτά τα δύο δεν συνιστούν απλώς αρχιτεκτονική άποψη, αλλά συμβολοποιούν τη σπουδαιότητα της συμμετοχής και της δράσης των πολιτών στη δημόσια ζωή και στα κοινά.
Ο ναός Ταλέτζου Μπαβάνι άνοιγε μόνο μία φορά τον χρόνο για τον βασιλιά και επιλεγμένους ιερείς. Περιστοιχίζεται από δύο αγάλματα, της Γκάνγκα που πατάει πάνω σε ένα θαλάσσιο πλάσμα, το Μάκαρα, μισό θηλαστικό και μισό ψάρι (σαν τον Αιγόκερω, που όπως και το Μάκαρα, είναι και αυτός το δέκατο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου), και της Γιαμούνα, η οποία πατά πάνω σε μια χελώνα. Η Γκάνγκα και η Γιαμούνα ή, όπως είναι γνωστοί στα ελληνικά ο Γάγγης
και ο Tζαμούνα, είναι οι δύο ιερότεροι ποταμοί στον Ινδουισμό. Η συμβολή τους με ένα τρίτο ποταμό, τον Σαρασβάτι (φέρει και αυτός θηλυκό όνομα), δημιουργεί το Τριβένι Σάνγκαμ. «Σάνγκαμα» στα σανσκριτικά σημαίνει «συμβολή» και το τελετουργικό μπάνιο σε αυτήν πιστεύεται ότι καθαρίζει κάποιον από τα κρίματά του και τον βοηθά να απαλλαγεί από τον κύκλο των
μετενσαρκώσεων.
Χωρίς τον παραδοσιακό τρούλο, αλλά με οροφή σε σχήμα σκηνής βεδουίνων και τέσσερις μιναρέδες ύψους 90 μέτρων, όλα μαζί με τη βάση είδα να σχηματίζουν έναν νοερό κύβο, παραπέμποντας στην Κααμπά και στον Θεό που επικαλέστηκε ο Σεζάν, μια πολυσύνθετη, όπως αποδεικνύεται προσωπικότητα, καθώς στην αρχιτεκτονική και την πολιτική προσέθεσε και τον μυστικισμό όσον αφορά τη σύλληψη της ιδέας για το μεγαλοπρεπές τζαμί.
Τον Δεκέμβριο του 1955, σε καταδρομική επιχείρηση, 500 Βρετανοί στρατιώτες θα εισβάλουν στις τρεις τη νύχτα στον ναό της Φανερωμένης προς αναζήτηση στοιχείων που θα συνέδεαν τον ναό με την ΕΟΚΑ. Οι ένοπλοι εισβολείς όχι μόνο δεν θα σεβαστούν την ιερότητα του χώρου, αλλά θα ερευνήσουν ακόμη και το Άγιο Βήμα, μετακινώντας το αρτοφόριον, το οποίο, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες, μόνο ιερωμένος έχει δικαίωμα να μετακινήσει.
Τα εκατομμύρια των επισκεπτών δικαιούνται να περιηγηθούν σε ελάχιστα επιτρεπόμενα σημεία, τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, τα μουσεία και οργανωμένα σε κήπους. Πέριξ όμως της τυπικώς οριοθετημένη πόλης – κράτους υπάρχουν εξαιρετικά αξιοθέατα. Όπως η λιγότερο τουριστική, «κρυμμένη» από τα μάτια των εκατομμυρίων επισκεπτών του Βατικανού, εκκλησία με τα κειμήλια του Πάπα Παύλου και της Αγίας Φαουστίνας Κοβάλσκα, ο ναός Santo Spirito in Sassia που θα πει ναός του Αγίου Πνεύματος στη Σαξωνία και που είναι αφιερωμένος στη Θεία Χάρη.
Το πιο ενδιαφέρον μέρος της γέφυρας είναι τα 30 μπαρόκ αγάλματα κατά μήκος της, με τα περισσότερα, κατασκευασμένα μεταξύ 1683 και 1714, να απεικονίζουν διάφορους αγίους προστάτες.
Στα χαρακτηριστικότερα δείγματα ρωμανικής τέχνης περιλαμβάνεται και η Βασιλική του Σαν Μινιάτο αλ Μόντε, του Αγίου Μινιάτου επί του Όρους, στη Φλωρεντία. Πολλοί την χαρακτηρίζουν ως το εξοχότερο δείγμα ρωμανικής αρχιτεκτονικής της Τοσκάνης.
Η ονομασία «Παρθένος» σημαίνει ότι ο πύργος ήταν ιερό του θεού των ζωροαστρών Άχουρα Μάζντα και έτσι παρέμεινε «Ανέγγιχτος» από τον Αριμάν, το πνεύμα του Κακού και της Καταστροφής στον Ζωροαστρισμό. Πέραν της θρησκευτικής εξήγησης, την απόδοση του «Παρθένος Πύργος» προκρίνουν και όσοι την ερμηνεύουν ως «Πύργος Παρθένος / Άπαρτος από τους εχθρούς».
Το νησί-πόλητους με τους στενούς λιθόστρωτους δρόμους του, το αποικιακό αριχτεκτονικό χρώμα, τις κόκκινες οροφές των κτηρίων με τα έντονα χρώματα των προσόψεων, τα γραφικά ανηφορικά σοκάκια, την πλατεία με την αποικιακού ύφους μητρόπολη, τον σκαλιστό ξαπλωμένο μαύρο Χριστό, του οποίου οι πιστοί φιλούν την καρδιά.