Ξημερώνοντας 15η Αυγούστου 2021 (24η του Λέοντος του 1400 σύμφωνα με το τοπικό ημερολόγιο), ο 72χρονος Ασράφ Γάνι δεν φανταζόταν καν πως αυτή θα ήταν η τελευταία του ημέρα όχι μόνο στην προεδρία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Αφγανιστάν αλλά και στην ίδια του την χώρα. Η προέλαση των Ταλιμπάν και η είσοδός τους στα περίχωρα της Καμπούλ ήταν ταχύτερη κάθε προβλεπομένου. Νωρίς το μεσημέρι ο υπουργός Αμύνης Μπισμιλλάχ Χαν θα τον ενημέρωνε πως το καθεστώς είχε καταρρεύσει. Αφού έδιωξε το προσωπικό της προεδρίας, επιβιβάστηκε με την 46χρονη σύζυγό του Ρούλα Σαάντε σε ελικόπτερο και απέδρασε πρώτα στηνΤασκένδη και από εκεί στα Αραβικά Εμιράτα. Τέσσερις μήνες αργότερα θα δήλωνε πως το μεγαλύτερο λάθος του ήταν που εμπιστεύθηκε τον διεθνή παράγοντα και κατηγόρησε ειδικά την Ουάσινγκτων ότι συνομιλούσε ερήμην του με τους Ταλιμπάν.
Από πανεπιστημιακός καθηγητής, συγγραφέας («Fixing Failed States», 2008) και τεχνοκράτης οικονομολόγος με λαμπρή διεθνή καριέρα (Τζων Χόπκινς, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΗΕ, κ.ά.), ο Γάνι είχε βρεθεί επτά χρόνια νωρίτερα πρόεδρος του Αφγανιστάν. Είχε υποσχεθεί πολλά στους συμπατριώτες του. από την μετατροπή ενός «κρατους-παρία» σε πολιτεία τεχνοκρατών και σε εμπορικό κόμβο μεταξύ Κεντρικής και Νότιας Ασίας, και με αυτές τις υποσχέσεις οι οποίες είχαν ενθουσιάσει τον αστικό κορμό και την νεολαία, εξελέγη πρόεδρος το 2014 και επανεξελέγη το 2019. Σε αντίθεση με τα ακαδημαϊκά του προσόντα, τα ηγετικά προαπαιτούμενα αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Αυτό φάνηκε όχι μόνο από την άτακτη φυγή του, αλλά και από το ότι ηττήθηκε κατά κράτος στο επικοινωνιακό πεδίο. Πάσης φύσεως αδιασταύρωτες φήμες και fake news έπλητταν διαρκώς την αξιοπιστία του από προτού ακόμη αναλάβει καθήκοντα έως και μετά την όπως όπως φυγή του την ημέρα αυτήν του 2021 η οποία άφηνε το πεδίο ελεύθερο στους Ταλιμπάν να επιστρέψουν ύστερα από 20 χρόνια στην εξουσία. «Για να αποφευχθεί η αιματοχυσία και για να μην δοθεί η ευκαιρία στους Ταλιμπάν να περιφέρουν θριαμβικά το πτώμα ακόμη ενός προέδρου» (εννοώντας το τραγικό τέλος του Δρ. Νατζιμπ το 1996), ισχυρίστηκε. Με μελανά γράμματα θα γράψει η ιστορία και την αδράνεια, δειλία και ηττοπάθεια των ενόπλων δυνάμεων τις οποίες πάντως αποκαρδίωσε και η σπουδή των Τραμπ και Μπάιντεν να εγκαταλείψουν στην πιο δύσκολη ώρα τους Αφγανούς στην μοίρα τους
Όπως συνέβη και στα 48 χρόνια που προηγήθηκαν, έτσι και στην περίπτωση του Γάνι (με μοναδική εξαίρεση τον προκάτοχό του Χαμίντ Καρζάι) η αποχώρηση του από την εξουσία υπήρξε προϊόν βίας και ανωμαλίας (το 1973 ο τελευταίος μονάρχης Ζακίρ Σαχ εκθρονίστηκε με πραξικόπημα του εξαδέλφου του και πρώτου προέδρου της χώρας πρίγκηπα Νταούντ Χαν, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1978, όπως δολοφονήθηκαν και οι κομμουνιστές ηγέτες που ακολούθησαν Νουρ Μωχάμαντ Ταράκι το 1979 και Χαφιζουλάχ Αμίν την ίδια χρονιά, όπως εν συνεχεία οι Σοβιετικοί ανέτρεψαν ως αναποτελεσματικό το 1986 τον κομμουνιστή Μπαμπράκ Καρμάλ, όπως επίσης ανατράπηκε και ο διάδοχός του, ο επί πολλά χρόνια κομμουνιστής και κατόπιν εθνικιστής Δρ. Νατζίμπ, όπως ακολούθως ο Μπουρχαμουντίν Ραμπανί παρέμεινε από το 1996 τιτουλάριος πρόεδρος με de facto ηγέτη τον Μουλά Ομάρ και τους Ταλιμπάν, όπως ανέτρεψαν και αυτούς το 2001 Αμερικανοί και Βρετανοί).
Η πτώση του Γάνι και της εικοσαετούς δημοκρατικής παρένθεσης στην μακραίωνη ταραγμένη πολιτική ιστορία του Αφγανιστάν είναι ιδιαίτερο case study. Έβαλε ένα φιλόδοξο στοίχημα, να επιτύχει κάτι που όσοι Αφγανοί ηγέτες επιχείρησαν, το πλήρωσαν είτε με την ανατροπή τους είτε και με την ζωή του και συνήθως με κάποιον εμφύλιο να ακολουθεί: τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Όπως συνέβη και με τον πρώτο Αφγανό ηγέτη που το επιχείρησε, βαρύτατη ήταν η ευθύνη του «διεθνούς παραγοντα». Και αν στην εκθρόνιση του πρώτου κατά σειρά εξ αυτών, του βασιλιά Αμανουλλάχ το 1929, ηθικός αυτουργός -όπως αρκετοί μελετητές πιστεύουν- ήταν οι Βρετανοί και ο περιβόητος υποστηρικτής των φανατικών ισλαμιστών «Λώρενς της Αραβίας», στην περίπτωση του Γάνι φαίνεται πως συντονίστηκε μια πολυκέφαλη πέμπτη φάλαγγα, μεταξύ των οποίων ξένες πρεσβείες που δεν καλοέβλεπαν την αμερικανική επιρροή στην χώρα, πολέμαρχοι και φύλαρχοι που ούτε αυτοί καλοέβλεπαν την Γάνειο «συμπερίληψη» με παράδοση χαρτοφυλακίων σε εθνοτικές μειονότητες, παραδοσιαρχικοί δυσαρεστημένοι με τις εκσυγχρονιστικές του προσπάθειες και την προσήλώσή του στην προάσπιση των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και με την υπουργοποίηση έξι γυναικών, εξωχώριοι χρηματοδότες του ISIS (μέχρι το ότι πήρε για σύζυγο μια Λιβανέζα Χριστιανή και ότι η κόρη σπούδασε «ειδωλολατρικές» τέχνες όπως εικαστικά, βιντεοφωτογραφία και installation, ενόχλησε τους σκοταδιστές) και άλλοι, υπήρξαν η εξωθεσμική αντιπολίτευση στην διακυβέρνησή του. Ο Γάνι έχασε εξαρχής το επικοινωνιακό παιχνίδι στο οποίο ηττήθηκε κατά κράτος -και συνέχισε να ηττάται ακόμη και μετά την διαφυγή του: χαρακτηριστικό παράδειγμα τα fake news πως το ελικόπτερο με το οποίο φυγαδεύτηκε ήταν φορτωμένο με τόνους χαρτονομίσματα. Κατηγορία ακόμη πιο βαριά και από τις αναπόδεικτες καταγγελίες για νόθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων τόσο του 2014 όσο και του 2019. Κατά «περίεργο» τρόπο, οι φήμες ξεκινούσαν κυρίως από ΜΜΕ της Ρωσίας, της πρώτης χώρας στον κόσμο που αναγνώρισε επίσημα την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, αποδεχόμενη τα διαπιστευτήρια του νέου Αφγανού πρεσβευτή στη Μόσχα στις 3 Ιουλίου 2025.
Η ήττα όμως δεν ήταν μόνο του Γάνι, αλλά και των Αμερικανών που πιάστηκαν «αδιάβαστοι» και ανήμποροι να στηρίξουν την πρώτη δημοκρατική περίοδο στην πολιτική ιστορία του Αφγανιστάν που είχε ανοίξει -με πρωτοβουλία των ιδίων- είκοσι χρόνια νωρίτερα». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα υπήρξε η παρέμβαση των ΗΠΑ το 2002 να αποτρέψουν την παλιννόστηση της μοναρχίας. Παρότι ο έκπτωτος βασιλιάς ο οποίος είχε επιστρέψει και συγκέντρωνε την καθολική αποδοχή όλων των εθνοτήτων και παρατάξεων ως μια ενωτική προσωπικότητα, οι Αμερικανοί πρόβαλαν βέτο μόνο και μόνο επειδή αυτό είχαν απαιτήσει οι Πακιστανοί οι οποίοι θεωρούσαν τον βασιλιά «αλυτρωτιστή» όσον αφορά εδάφη που παραχώρησαν οι Βρετανοί στο Πακιστάν και τα οποία οι εθνικιστές Αφγανοί θεωρούν ακόμη δικά τους. Ή ακόμη η ενδοτικότητα της πρώτης προεδρίας Τραμπ έναντι των Ταλιμπάν στις συνομιλίες της Ντόχα το 2020 και ειδικά η συμφωνία να αδειάσουν οι φυλακές από τους 5.000 κρατούμενους μαχητές των Ταλιμπάν (τους ίδιους μαχητές οι οποίοι κατέλαβαν έναν χρόνο αργότερα με τα όπλα την εξουσία). Τραγικό πρόσωπο υπήρξε ο αφγανικός λαός, ο οποίος πέφτοντας θύμα της σκανδαλολογίας και των fake news της πέμπτης φάλαγγας και ταλαιπωρημένος από το αντάρτικο των Ταλιμπάν και τις τρομοκρατικές επιχειρήσεις του ISIS βγήκε τον Δεκαπενταύγουστο 2021 στους δρόμους να πανηγυρίσει την πτώση της κυβέρνησης Γάνι, σαν να είχε ξεχάσει την πενταετία 1996-2001 όταν η πρώτη διακυβέρνηση Ταλιμπάν είχε οδηγήσει την χώρα τους στην διεθνή απομόνωση. Έκτοτε, η καταπάτηση βασικών δικαιωμάτων των Αφγανών μόνο με εκείνην των Βορειοκορεατών μπορεί να συγκριθεί και ειδικά όσον αφορά εκείνα των γυναικών που δεν έχουν πουθενά όμοιό τους.
Μοναδικοί «φίλοι» των Ταλιμπάν είναι σήμερα η Τουρκία του ισλαμιστή Ερντοάν και η Σαουδική Αραβία και, σε κάποιο βαθμό, τα Αραβικά Εμιράτα. Οσο για τον σύμμαχό τους της πρώτης περιόδου διακυβερνησής τους (1996-2001), το Πακιστάν, από φίλος μετατράπηκε σε μισητό εχθρό και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμένης έκτασης και έντασης πόλεμο συνοριογραμμών (αλλά και με βομβαρδισμούς των δύο μεγαλυτέρων πόλεων του Αφγανιστάν το φθινόπωρο του 2025) με αιτία την βοήθεια των Ταλιμπάν του Πακιστάν από τους Αφγανούς ομοϊδεάτες τους. Δεν είναι όμως μόνο οι «φίλιες» αυτές σουνιτικές χώρες που δεν έχουν κανέναν λόγο να ενοχλούνται από το καθεστώς των υπερσυντηρητικών μουλάδων της Κανταχάρ (αυτοί είναι η πραγματική εξουσία, οι «ανεκτικοί» οφφικιούχοι της Καμπούλ κατ΄ όνομα κυβερνούν). Πολλοί είναι οι «παίκτες» που «βολεύονται» με την κατάσταση ως έχει. Η Ρωσία διότι όσο οι Ταλιμπάν έχουν το «πάνω χέρι» ο ISIS Χορασάν παραμένει ακίνδυνος και το «μαλακό υπογάστριο» Κεντρική Ασία ασφαλής. Η Ινδία διότι το Πακιστάν έχει πλέον και το δυτικό του μέτωπο ανοικτό. Η Κίνα διότι προσβλέπει στην εκμετάλλευση του υπέδαφου πλούτου του Αφγανιστάν, κυρίως σε σπάνιες γαίες. Το Ιράν διότι με τον τερματισμό του εμφυλίου σταμάτησαν και οι ροές προσφύγων από τα ανατολικά του σύνορα. Κάπως ανάλογο είναι το όφελος και για τους Ευρωπαίους. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους διότι κόπηκαν οι δαπάνες τους για υποστήριξη βάσεων και στρατευμάτων δυσανάλογα υψηλόποσων σε σχέση με τα ανταποδοτικά τους οφέλη. Η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία διότι ως ομόδοξοι αυξάνουν την επιρροή τους σε μία σουνιτική χώρα. Το όμορο Τατζικιστάν, το οποίο έχει περάσει και έναν εμφύλιο με ισλαμιστές, διότι δεν έχει να φοβηθεί από ένα εσωστρεφές καθεστώς στα νότια σύνορά του, το οποίο ουδόλως -τουλάχιστον ως τώρα- εδιαφέρεται για εξαγωγή τζιχάντ. Στην ουσία, δεν έχει μείνει κανείς να υπερασπιστεί τον αφγανικό λαό που ασφυκτιεί.
Στην Δύση, δικαιωματιστές, φεμινίστριες και αριστερά, έχουν πιο «σαβαρές» υποθέσεις να υπερασπιστούν: την Χαμάς, την Χεζμπολλάχ, τα «Jew free Grrek Islands», την νεοαποικιοκρατία στην Θέουτα, το δικαίωμα συμμετοχής νταβραντισμένων μουστακαλήδων σε γυναικείους αγώνες στίβου κολύμβησης και μπάσκετ. Όσο πια για το κρύο καλαμπούρι του ισλαμοαριστερού μετώπου περί της δήθεν «ισλαμοφοβίας», αυτό μόνο γόνιμο έδαφος δεν παρέχει για να καταγγείλει κανείς την δικτατορία της σαρίας στο Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν το ίδιο άμεσα και σταράτα όπως στο β’ ήμισυ της δεκαετίας του 1990, επί καθεστώτος Ταλιμπάν-1.0. Προς το παρόν, μόνο ο Μασούντ Jr και άλλοι πολέμαρχοι της τατζικικής μειονότητας στο Μπανταχτσάν και σε άλλες αφγανικές επαρχίες φαίνεται να «ενοχλούν» με σποραδικές ένοπλες ενέργειες, και στον όποιο βαθμό, τους Αχούντ, Αχουζάντα (ο ανώτατος ηγέτης που έχει χρόνια να εμφανιστεί δημοσίως, δεν υπάρχει διαθέσιμο κανένα οπτικό ντοκουμεντο με τον ίδιο πέρα από μια προ δεκαετιών φωτογραφία διαβατηρίου, πολλοί αμφισβητούν ακόμη και τα αν βρίσκεται εν ζωή) και τους λοιπούς επιγόνους του Μουλά Ομάρ. Ίσως να κινδυνεύουν και από την διχόνοιά τους, καθώς είναι διχασμένοι σε υπερσυντηρητικούς και ανεκτικούς, σε «πολιτικούς» και «στρατιωτικούς», σε «Κανταχαριώτες»και «Καμπουλίτες». Ως τότε, 21,9 εκατομμύρια Αφγανοί, σχεδόν ο μισός πληθυσμός, θα χρειάζονται επισιτιστική βοήθεια, τα κορίτσια θα μένουν εκτός δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το dress code θα παραμένει καταπιεστικό, οι δημόσιες μαστιγώσεις θα συνεχίζονται, 1,2 εκατομμύριο λεχώνες και έγκυοι, καθώς και 3,7 εκατομμύρια παιδιά θα υποσιτίζονται, και ένα σκοτεινό σύννεφο μαζικής κατάθλιψης θα πλανάται πάνω από την χώρα…
Κατηγορίες:Uncategorized



