ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ

Ταχτ-ε Μπάι: εκεί όπου ο Απόλλων συνάντησε τον Βούδα

Τρίτη 31 Iουλίου 2001. Ερχόμενος νωρίς το πρωί στην Πεσαβάρ με την πτήση 663 της ΡΙΑ από Τσιτράλ του βορειοδυτικού Πακιστάν, πρώτη μου δουλειά βγαίνοντας από το αεροδρόμιο είναι να παζαρέψω με τους ταξιτζήδες αυτοκίνητο με οδηγό για τρεις ημέρες. Προγραμματίζω να ανέβω βόρεια, κατά μήκος του Ινδού, προς τις πηγές του. Με ένα αδύναμο νόμισμα όπως είναι η ρουπία, η τιμή που μου προτείνουν δεν αξίζει καν τον κόπο για σκληρό παζάρι. Αντιπροτείνω μια ελάχιστα κατώτερη τιμή «για την τιμή των όπλων» και από σεβασμό στην ντόπια συναλλακτική παράδοση και αναχωρούμε χωρίς χρονοτριβή.

Στον αρχαιολογικό χώρο του Ταχτ Μπάι

Πρώτος σταθμός είναι το Ταχτ-ε Μπάι, όπου φτάνουμε σχεδόν δύο ώρες αργότερα. Υπάρχουν πολλές θεωρίες για την προέλευση του ονόματος. Η επικρατέστερη θέλει να προέρχεται από το «Ταχτ» που θα πει «κορυφή» και «θρόνος» και το «Μπά(χ)ι» που θα πει «πηγή» και «νερό». Αν αλλάξει η προφορά και το «Μπά(χ)ι» γίνει Μπ(χ)άι, με ανεπαίσθητο «χ» πριν το «α» αντί του «ι», η σημασία αλλάζει και από «Πηγή της Κορυφής» γίνεται «Κορυφή του Αδελφού».

Πάνω στην προεξοχή ενός βράχου ύψους 152 μέτρων βρίσκονται τα ερείπια ενός βουδιστικού μοναστηριού. Αυτό λειτουργούσε έως τον 1ο αιώνα μ.Χ. ως ζωροαστρικό συγκρότημα και τότε μεταβλήθηκε από τον Κανίσκα, τον αυτοκράτορα των Κουσάν, σε βουδιστικό. Θεωρείται αντιπροσωπευτικό της βουδιστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου του, ώστε το 1980 ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Σταδιακά, το μοναστήρι έγινε τόπος ταντρικού διαλογισμού, έχοντας δηλαδή άξονα εσωτερικές θρησκευτικές πρακτικές και τελετουργίες.

Ο Κανίσκα τιμούσε ταυτόχρονα ζωροαστρισμό, ελληνικές και ινδουιστικές θεότητες, καθώς και τον Βούδα, μένοντας γνωστός για την πολιτιστική μείξη αυτών των θρησκειών. Χαρακτηριστικό είναι ότι μερικά από τα νομίσματά του έχουν τις παλιότερες γνωστές αναπαραστάσεις του Βούδα σε ελληνιστική τεχνοτροπία, με το όνομά του γραμμένο στα ελληνικά: «ΒΟΔΔΟ».


Μείξη ελληνικού και ινδικού πολιτισμού

Άγαλμα του Βούδα με εμφανή την ελληνική επίδραση

Μερικά αγάλματα που βρέθηκαν εδώ δείχνουν αλληλεπίδραση ελληνισμού και βουδισμού η οποία ξεκίνησε με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι τον Ινδό. Μεταξύ άλλων θεωριών, μία αναφέρει ότι οι πρώτες ανθρωπομορφικές αναπαραστάσεις του Βούδα ήταν αποτέλεσμα της ελληνοβουδιστικής αλληλεπίδρασης, καθώς προηγουμένως η βουδιστική τέχνη ήταν ανεικονική. Η θεωρία αυτή βασίζεται ακριβώς σε αυτό που βλέπω μπροστά μου, ένα από τα αγάλματα που εκτίθενται εδώ και τα οποία ανακαλύφθηκαν τη διετία 1869-1870. Τήβεννος, στάση σώματος, ίσια μύτη, σαρκώδες πρόσωπο, επιμήκεις λοβοί αυτιών, σπαστά μαλλιά, κότσος στην κορυφή της κεφαλής αμέσως μου φέρνουν συνειρμούς με ελληνικά αγάλματα του Απόλλωνα. Αυτά έμειναν γνωστά ως τεχνοτροπία της Γκαντάρα, από το όνομα της περιοχής όπου ανακαλύφθηκε μεγάλος αριθμός γλυπτών τα οποία συνδυάζουν βουδιστική και ελληνιστική τεχνοτροπία. Στους αιώνες που θα ακολουθούσαν αυτή η ανθρωπομορφική αναπαράσταση του Βούδα θα καθόριζε τον κανόνα της βουδιστικής τέχνης, προσαρμοσμένη βεβαίως στην προσθήκη περισσότερο ασιατικών στοιχείων.

Ο απόστολος Θωμάς και ο βασιλιάς Γουνδιαφόρος

Το αρχαίο βουδιστικό μοναστήρι σε στρατηγική θέση στην κορυφή λόφου στο Μάρνταν όπου προστατευόταν από πλημμύρες και επιδρομές

Μια επιγραφή του 46 μ.Χ. σκαλισμένη σε βράχο του Ταχτ-ε-Μπάι αναφέρει ότι το 20 μ.Χ. ανέβηκε στον θρόνο ο βασιλιάς Γονδοφάρης. Σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, είναι ο βασιλιάς Γουνδιαφόρος που αναφέρεται στις «Απόκρυφες Πράξεις» του απόστολου Θωμά. Με βάση αυτές, ο απόστολος ανέλαβε να διαδώσει τον χριστιανισμό στους Ινδούς. Ξεκίνησε το ταξίδι ως υπηρέτης του Ινδού Αμβανή, απεσταλμένου του Γουνδιαφόρου στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος έψαχνε οικοδόμο ικανό να χτίσει ένα επιβλητικό ανάκτορο του βασιλιά. Στη διαδρομή, ο Θωμάς είχε ήδη προσηλυτίσει αρκετό κόσμο. Όταν έφτασε, ο Γουνδιαφόρος τον ενημέρωσε ότι θα απουσίαζε, αλλά θα του έδινε χρυσάφι επαρκές να ολοκληρώσει το ανάκτορο μέσα σε τρία χρόνια. Όμως ο Θωμάς μοίρασε το χρυσάφι στους φτωχούς, με εκατοντάδες να βαφτίζονται χριστιανοί. Όταν ο βασιλιάς το έμαθε, τον φυλάκισε, παρά τις διαβεβαιώσεις του Θωμά ότι είχε χτίσει πράγματι ένα λαμπρό παλάτι, όχι στη Γη, αλλά στον ουρανό, εννοώντας τον Παράδεισο που θα κέρδιζε ο βασιλιάς με τις φιλανθρωπίες. Τελικά, ο Γουνδιαφόρος πείστηκε όταν, σύμφωνα με την παράδοση, το πνεύμα του αδερφού του του εξήγησε ότι υπήρχε μια θέση γι’ αυτόν στον ουρανό. Έτσι, ο Θωμάς αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε το ιεραποστολικό του έργο.

Οι ερωτήσεις του βασιλιά Μενάνδρου και η Σωκρατική μέθοδος στην Ασία

Από το μέγεθος της τραπεζαρίας είναι φανερό ότι εδώ πρέπει να ζούσαν περί τους είκοσι με τριάντα μοναχούς, οι οποίοι όπως διάβασα στον οδηγό επιδίδονταν στον ταντρικό διαλογισμό.

Η συνάντηση Ελλάδας και Ινδίας υπήρξε κατά πολύ ευρύτερη της αισθητικής, ήταν και βαθύτατα φιλοσοφική. Αν υπάρχει ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να καταδείξει πρωτογενώς την όσμωση του ελληνικού με τον ινδικό πολιτισμό, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το «Μιλίνδα Πάνχα», ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της βουδιστικής γραμματείας. Πρόκειται για την καταγραφή ενός πνευματικού και φιλοσοφικού «ντημπαίητ» ανάμεσα στον Έλληνα βασιλιά Μένανδρο Α’ (που οι Ινδοί αποκαλούσαν Μιλίνδα) και τον κορυφαίο Βουδιστή μοναχό και σοφό Ναγκασένα. Ο Μένανδρος, έχοντας κλασική ελληνική παιδεία και δεινός στη ρητορική και τη λογική, συνήθιζε να προκαλεί τους σοφούς της εποχής σε δημόσιες συζητήσεις, καταπλήσσοντάς τους. Η συζήτηση θυμίζει έντονα τους Πλατωνικούς Διαλόγους. Ο Μένανδρος θέτει ερωτήματα με ορθολογικό, «σωκρατικό» τρόπο, ζητώντας αποδείξεις για βαθιά μεταφυσικά ζητήματα, όπως η φύση της ψυχής, η μετενσάρκωση και το Κάρμα. Το παράδειγμα με το Άρμα ως παραβολή για την ανυπαρξία του Εγώ, αποτελεί μία από τις πιο διάσημες στιγμές του διαλόγου. Πρόκειται για το στιγμιότυπο κατά το οποίο ο Μένανδρος ρωτά πώς είναι δυνατόν να υπάρχει μετενσάρκωση αν δεν υπάρχει μια μόνιμη, αθάνατη ψυχή (το βουδιστικό δόγμα του Ανάττα). Ο Ναγκασένα του απαντά με μια ερώτηση: «Βασιλιά, ήρθες εδώ με ένα άρμα. Τι είναι το άρμα; Είναι οι ρόδες; Είναι ο άξονας; Είναι το κάθισμα;». Ο Μένανδρος απαντά «όχι». Ο μοναχός τότε του εξηγεί ότι η λέξη «άρμα» είναι απλώς ένα όνομα για τη δυναμική συνύπαρξη των εξαρτημάτων του. Με τον ίδιο τρόπο, το «Εγώ» ή η «ψυχή» είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, ένα όνομα για το σύνολο των σκέψεων και των εμπειριών μας που αλλάζουν συνεχώς. Ως αποτέλεσμα, ο Μένανδρος εντυπωσιάζεται τόσο πολύ από τις απαντήσεις του Ναγκασένα που, σύμφωνα με την παράδοση, ασπάστηκε πλήρως τον Βουδισμό, έχτισε μοναστήρια και στο τέλος της ζωής του παρέδωσε τον θρόνο στον γιο του για να αποσυρθεί ως μοναχός.

Απόγευμα. Προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις, τους συνειρμούς, την Ιστορία και τις παραδόσεις γύρω από το Ταχτ Μπάι, συνεχίζω να ανεβαίνω την κοιλάδα του Σουάτ. Επόμενος σταθμός η Μινγκόρα, μια πόλη 200.000 κατοίκων, επίσης με βουδιστικά μνημεία, απομεινάρια μίας στούπας και ενός μοναστηριού.

Σχολιάστε