ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

Καμπούλ / αναζητώντας τον τάφο του Κάιν

Ο λόφος Κόχ-ι Σερντγουάζα όπως φαίνεται από τους Κήπους του Μπαμπούρ.

1827, Άγκρα. Ένας κοκκινομάλλης εικοσιεπτάχρονος Λονδρέζος ονόματι Τζαίημς Λιούις και ένας ακόμη στρατιώτης ονόματι Ρίτσαρντ Πόττερ, λιποτακτούν από τον Στρατό της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών και διαφεύγουν στο Παντζάμπ. Εκεί συναντούν τον διάσημο Αμερικανό τυχοδιώκτη και στρατιωτικό Τζοσάια Χάρλαν, που ταξιδεύει στο Αφγανιστάν και το Παντζάμπ με σκοπό να γίνει βασιλιάς· τελικά θα αναμιχθεί στην τοπική πολιτική και θα του απονεμηθεί ο τίτλος του «Πρίγκιπα του Γκορ» (η ζωή του θα αποτελέσει μία από τις βασικές πηγές έμπνευσης για το διάσημο μυθιστόρημα του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ “Ο Άνθρωπος που θα Γινόταν Βασιλιάς”, ενώ και ο Τζωρτζ Μακντόναλντ Φραίηζερ θα τον αναφέρει ονομαστικά στο μυθιστόρημα του 1990 “Flashman and the Mountain of Light” ). Ο Χάρλαν τους βοηθά να αποφύγουν τους Βρετανούς στρατιωτικούς που βρίσκονται στο κατόπι τους, με τον Λιούις να ταξιδεύει μεταμφιεσμένος ως Αμερικανός γεννημένος στο Κεντάκυ, με το πλαστό όνομα Τσαρς Μάσσον. Οι δρόμοι τους θα χωρίσουν στο Ντέρα Γκαζί Χαν του μετέπειτα Πακιστάν.

Ο Λιούις θα περάσει στην συνέχεια στο Αφγανιστάν ακολουθώντας τα ίχνη του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στην Καμπούλ, μια πλούσια και ανεκτική για την εποχή της πόλη, ενθουσιάζεται με τα παζάρια της, τους οπωρώνες της και τους αφηγητές της. Ονειρεύεται να βρει μια από τις χαμένες πόλεις του Αλεξάνδρου, την Αλεξάνδρεια υπό τον Ινδοκαύκασο.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ανακαλύπτει πολλούς θησαυρούς από το βουδιστικό παρελθόν του Αφγανιστάν. Επισκέπτεται τους γιγάντιους Βούδες της Μπαμιγιάν και ανακαλύπτει ένα χρυσό φέρετρο δύο χιλιάδων ετών το οποίο απεικονίζει το παλαιότερο γνωστό πρόσωπο του Βούδα. Στο μεταξύ, η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών εξακολουθεί να αναζητεί τα ίχνη του πρώτου Ευρωπαίου που ανακάλυψε την αρχαία πόλη Χαράπα στην κοιλάδα του Ινδού και εξερεύνησε εκατοντάδες μνημεία στο Αφγανιστάν.

1832. Ο Μάσσον επισκέπτεται την Καμπούλ και για τα επόμενα έξι χρόνια θα διευθύνει εκτεταμένες αρχαιολογικές ανασκαφές συγκεντρώνοντας μια τεράστια συλλογή από 47.000 αρχαία νομίσματα και τεχνουργήματα, από τα οποία αργότερα 7.000 από αυτά μαζί με άλλα 2.000 εκθέματα θα καταλήξουν φυλασσόμενα στο Βρετανικό Μουσείο.

Ο ελληνομαθής κα λατινομαθής λιποτάκτης τυχοδιώκτης Τζαίημς Λιούις, ευρύτερα γνωστός και ξακουστός πλέον ως δαιμόνιος εξερευνητής και αρχαιολόγος Τσαρλς Μάσσον ανακαλύπτει την χαμένη πόλη Αλεξάνδρεια εν Παροπαμισσάδαις ή Αλεξάνδρεια η του Καυκάσου, το κατοπινό Μπαγκράμ.

Ο Τσαρλς Μάσσον δεν περιορίζει τις αναζητήσεις του στα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά καταγράφει και τις τοπικές παραδόσεις της Καμπούλ. Ανάμεσα στους θρύλους που συλλέγει είναι και εκείνος που έχει να κάνει με την πεποίθηση των κατοίκων ότι η Καμπούλ φιλοξενεί τον τάφο του Κάιν, του βιβλικού αδελφοκτόνου.

Σύμφωνα με τις καταγραφές του Μαίησον αλλά και άλλων Ευρωπαίων περιηγητών αργότερα, οι ντόπιοι δείχνουν με υπερηφάνεια ένα σημείο στην πόλη ως τον “τάφο του Κάιν”, συνδέοντας την ίδια την ονομασία της πόλης με τον Κάιν, καθώς στα αραβικά και τα περσικά το όνομά του αποδίδεται ως ”Καμπίλ”, δημιουργώντας έναν άμεσο γλωσσικό συσχετισμό με το “Καμπούλ”. Ο ίδιος, αλλά και άλλοι δυτικοί περιηγητές της εποχής (όπως ο συμπατριώτης του, Γκόντφρεϊ Βιν) θα σχολιάσουν ότι αυτή η παράδοση ταιριάζει απόλυτα με τη βίαιη και πολυτάραχη ιστορία της περιοχής, ανάγοντας τις αιματηρές συγκρούσεις της Καμπούλ στην πρώτη αδελφοκτονία της ανθρώπινης ιστορίας.

Ένας παλαιός θρύλος των Παστούν θέλει τον Κάιν και τον Άβελ ιδρυτές της Καμπούλ. Όπως λένε, από την παραφθορά των ονομάτων τους, Καμπίλ και Χαμπίλ (έτσι ονομάζονται οι Κάιν και Άβελ στα αραβικά και στην ισλαμική παράδοση), πήρε την ονομασία της και η πόλη.

Ο ίδιος θρύλος της κυρίαρχης εθνότητας του Αφγανιστάν, των Παστούν, λέει ότι μετά την πρώτη αδελφοκτονία στην ιστορία, ο καταραμένος Κάιν περιπλανήθηκε προς την Ανατολή και θάφτηκε στην Καμπούλ. Ο θρύλος έχει τις ρίζες του σε τοπικές παραδόσεις αιώνων, οι οποίες καταγράφηκαν συστηματικά από δυτικούς περιηγητές και ιστορικούς κυρίως κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Ωστόσο, η ευρύτερη σύνδεση της περιοχής του Αφγανιστάν με τις βιβλικές φυλές και τις απαρχές της ανθρωπότητας αναφέρεται σε ισλαμικά και τοπικά κείμενα ήδη από τον Μεσαίωνα.

Η εξέλιξη και η προέλευση αυτού του θρύλου αποτυπώνεται σε πολλά πεδία.

Το πρώτο έχει να κάνει με την ετυμολογική λαϊκή παράδοση και με την τοπική προφορική παράδοση των Παστούν όπου το ίδιο το όνομα της πόλης “Καμπούλ” αποτελεί παραφθορά των ονομάτων Καμπίλ και Χαμπίλ.

Ισχυρά ιστορικά, ανθρωπολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η κοιλάδα του Καμπούλ και η ευρύτερη περιοχή του Αφγανιστάν υπήρξαν για χιλιετίες ένα από τα πιο έντονα πεδία σύγκρουσης και συμβίωσης μεταξύ νομαδικών/κτηνοτροφικών και μόνιμα εγκατεστημένων/γεωργικών πληθυσμών. Ο μύθος του Καμπίλ (Κάιν – γεωργός) και του Χαμπίλ (Άβελ – κτηνοτρόφος) κατοπτρίζει την βαθιά κοινωνικο-οικονομική μετάβαση και τη διαρκή πάλη για τους πόρους της περιοχής.

Αρχαιολογικά στοιχεία αποδεικνύουν την Διπλή Οικονομία της Κοιλάδας. Η αρχαιολογική σκαπάνη στο Αφγανιστάν (από ανασκαφές σε θέσεις όπως το Μουντιγκάκ στον νότο ή το Σορτουγάι στον βορρά, αλλά και προϊστορικά κατάλοιπα στην κοιλάδα του Καμπούλ) δείχνει ότι η περιοχή ήταν ιδανική και για τις δύο δραστηριότητες.

Η μία έχει να κάνει με την Γεωργική Εγκατάσταση (Κάιν). Οι εύφορες προσχωσιγενείς πεδιάδες που αρδεύονταν από τον ποταμό Καμπούλ επέτρεψαν την ανάπτυξη πρώιμης γεωργίας ήδη από τη Νεολιθική και τη Χαλκολιθική περίοδο. Οι γεωργοί έχτιζαν μόνιμους οικισμούς από λάσπη, αποθηκεύοντας σιτηρά.

Η άλλη εχει να κάνει με την Κτηνοτροφική Διείσδυση (Άβελ). Τα τριγύρω άγονα βουνά του Ινδοκούχου προσέφεραν εξαιρετικά θερινά βοσκοτόπια. Αυτό οδήγησε στη γέννηση του νομαδικού ποιμενισμού. Οι κτηνοτρόφοι βασίζονταν στην κινητικότητα για να επιβιώσουν. Η αρχαιολογία μαρτυρεί ότι οι δύο αυτοί κόσμοι βρίσκονταν σε διαρκή επαφή. Όταν οι κλιματικές συνθήκες άλλαζαν (π.χ. περίοδοι ξηρασίας), οι νομάδες πιέζονταν να κατέβουν με τα κοπάδια τους στις καλλιεργημένες εκτάσεις των γεωργών, προκαλώντας βίαιες συγκρούσεις για το νερό και τη γη.

Το δεύτερο πεδίο σχετίζεται με ανθρωπολογικά στοιχεία

Οι Κούτσι και η Αιώνια Έριδα

Το πιο ζωντανό ανθρωπολογικό στοιχείο αυτής της σύγκρουσης στο Αφγανιστάν είναι οι Κούτσι, μια κοινότητα εκατοντάδων χιλιάδων Παστούν νομάδων κτηνοτρόφων που επιβιώνει μέχρι σήμερα και εμπλέκετα με το όλο μοτίβο της σύγκρουσης. Εδώ και αιώνες, οι Κούτσι ακολουθούν την ίδια διαδρομή: τον χειμώνα μένουν στα χαμηλά (κοντά στην Καμπούλ και το Τζαλαλαμπάντ) και το καλοκαίρι ανεβαίνουν στα υψίπεδα του Κεντρικού Αφγανιστάν (όπου ζουν μόνιμοι γεωργοί, κυρίως της εθνότητας των Χαζάρα).

Ο λόφος Κόχ-ι Ασαμάγι

Στο τέλος του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο που καταγραφόταν ο θρύλος του Κάιν, ο Εμίρης Αμπτούρ Ραχμάν Χαν χρησιμοποίησε τους νομάδες Κούτσι για να καθυποτάξει τους αυτόχθονες γεωργούς, παραχωρώντας στους πρώτους επίσημα δικαιώματα βοσκής πάνω στα χωράφια των δεύτερων. Αυτό πυροδότησε έναν αιματηρό κύκλο αντεκδίκησης (έναν πραγματικό «πόλεμο αδελφών») για τον έλεγχο των πηγών νερού και της γης, ο οποίος συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Από πλευράς γεωπολιτικής ιστορίας, η Καμπούλ υπήρξε “Μήλον της Έριδος”. Στην ασιατική ιστορία, ήταν το σημείο όπου η νομαδική στέπα συναντούσε τον εγκατεστημένο πολιτισμό. Κάθε φορά που ένας νομαδικός στρατός (όπως οι Σκύθες, οι Λευκοί Ούννοι, οι Μογγόλοι, ή οι ίδιες οι πρώιμες φυλές των Παστούν) κατέβαινε από τα βουνά, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να λεηλατήσει τις αγροτικές υποδομές και τα αρδευτικά κανάλια της κοιλάδας της Καμπούλ για να μετατρέψει τη γη σε βοσκότοπο. Ο ίδιος ο ιδρυτής της δυναστείας των Μουγκάλ, ο Μπαμπούρ, περιγράφει στα απομνημονεύματά του τον 16ο αιώνα (“Μπαμπουρνάμα”) πώς έπρεπε διαρκώς να ισορροπεί ανάμεσα στις άγριες νομαδικές φυλές των βουνών που ζούσαν από τα κοπάδια τους και τους αγρότες των πεδιάδων του Καμπούλ που πλήρωναν φόρους. Έτσι, ο θρύλος του Καμπίλ και του Χαμπίλ εκτός από θρησκευτικού περιεχομένου, θα φτάσει να αποτελέσει και μια αλληγορία της αφγανικής οικονομίας, όντας βαθιά προφητικός και ιστορικά ακριβής. Στα μάτια των ανθρωπολόγων, η δολοφονία του ποιμένα Άβελ από τον γεωργό Κάιν δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αρχετυπική σύγκρουση που επαναλαμβάνεται στην κοιλάδα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Είναι η διαρκής, αιματηρή έριδα ανάμεσα στον μόνιμα εγκατεστημένο αγρότη της κοιλάδας που περιφράσσει τη γη του και τον νομάδα κτηνοτρόφο Κούτσι που κατεβαίνει από τα βουνά του Ινδοκούχου αναζητώντας ελεύθερη βοσκή για το κοπάδι του. Η Καμπούλ ιδρύθηκε, επιβίωσε και συνεχίζει να ματώνει πάνω στη γραμμή θραύσης αυτών των δύο κόσμων.

Η Σύγχρονη Πολιτισμική Αναβίωση

Αυτή η σχεδόν ξεχασμένη καταγραφή του 19ου αιώνα ήρθε ξανά στο προσκήνιο της Δυτικής κουλτούρας μέσω του διάσημου Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Τόνυ Κούσνερ. Στο πολυβραβευμένο έργο του Homebody/Kabul (2001), η πλοκή περιστρέφεται γύρω από μια Βρετανίδα που παθαίνει εμμονή με έναν παλιό ταξιδιωτικό οδηγό της Καμπούλ.Η πρωταγωνίστρια ταξιδεύει στο Αφγανιστάν αναζητώντας τον «Τάφο του Κάιν» μέσα σε ένα ναρκοπέδιο, χρησιμοποιώντας τον θρύλο ως μεταφορά για τις διαχρονικές γεωπολιτικές τραγωδίες της χώρας

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025. Ύστερα από τρεις εβδομάδες στο Αφγανιστάν, και ακολουθώντας τους τοπικούς θρύλους, αποφασίζω να αφιερώσω σήμερα τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες στο να ανέβω στους λόφους της Καμπούλ και να παρακολουθήσω το ανάγλυφο της πόλης. Καθώς ανηφορίζω την στενή κοιλάδα, σε υψόμετρο σχεδόν χιλίων οκτακοσίων μέτρων, αισθάνομαι το βάρος των δύο ορεινών όγκων που ορίζουν την παλιά πόλη. Ο Κόχ-ι Ασαμάγι στα βορειοδυτικά και ο Κόχ-ι Σερνταργουάζα στα νοτιοανατολικά πλησιάζουν ο ένας τον άλλον με μια απειλητική ορμή, σχηματίζοντας ένα δραματικό πέτρινο φαράγγι. Ανάμεσά τους κυλά ο ποταμός Καμπούλ, κάπως σαν ένα υγρό σύνορο που χωρίζει τον μύθο από την πραγματικότητα. Αυτό το στενό πέρασμα υπήρξε η ιστορική πύλη της πόλης. Εδώ, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, στην καρδιά του «Μεγάλου Παιχνιδιού», Βρετανοί αξιωματικοί, και χαρτογράφοι—άνθρωποι όπως ο Τσαρλς Μάσσον—κατέγραψαν για πρώτη φορά την προφορική παράδοση που έμελλε να στοιχειώσει τη δυτική αντίληψη για το Αφγανιστάν: τον θρύλο ότι στα σπλάχνα αυτών των λόφων βρίσκεται ο τάφος του Κάιν.

Ανάμεσα στην “Μάγισσα” και τον “Αθάνατο Άγιο”

Οι Αφγανοί δείχνουν με μια παράξενη, σκοτεινή υπερηφάνεια τα υψώματα. Για τις ντόπιες φυλές, η Καμπούλ είναι η αρχαιότερη πόλη του κόσμου, το σημείο όπου ο Διάβολος χτύπησε τη γη όταν εκδιώχθηκε από την Εδέμ. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βόρειος λόφος, ο Κόχ-ι Ασαμάγι, κουβαλά από την αρχαιότητα το όνομα της Ινδουιστικής Μητέρας-Θεάς της Ελπίδας, όμως στη λαϊκή φαντασία των περασμένων αιώνων μετατράπηκε στον “Λόφο των Μαγισσών”· έναν τόπο γεμάτο απόκρημνα σπήλαια, ιδανικό κρησφύγετο για τα παλιά πνεύματα και τις κατάρες. Απέναντι, στον Κόχ-ι Σερνταργουάζα, η ατμόσφαιρα αλλάζει. Εκεί, κάτω από τη σκιά του αιματοβαμμένου οχυρού Μπαλα Χισσάρ, βρίσκεται η περιοχή Τσέσμε Χηντρ, η “Πηγή του Χαζίρ”. Στον ισλαμικό μυστικισμό, ο Χαζίρ είναι ο πράσινος, αθάνατος άγιος, ο φύλακας της πηγής της νεότητας. Οι θρύλοι γύρω από αυτόν θυμίζουν τους προφήτες Ηλία και Ιερεμία, τον Άγιο Γεώργιο και τον Περιπλανώμενο Ιουδαίο. Σε αυτήν ακριβώς την τοπογραφική αντίθεση γεννήθηκε ο θρύλος. Σύμφωνα με τις καταγραφές που διέσωσε ο Γάλλος γεωγράφος Ελιζέ Ρεκλύ, ο Κάιν, καταδικασμένος από τον Θεό σε αιώνια περιπλάνηση, δεν έβρισκε πουθενά καταφύγιο. Καμία πόλη δεν δεχόταν τον πρώτο αδελφοκτόνο της ανθρωπότητας. Μόνο η Καμπούλ, υπακούοντας στον απόλυτο, απαράβατο νόμο της φιλοξενίας (το “Παστουνβάλι”), άνοιξε το πέτρινο φαράγγι της, τον περιέθαλψε και, όταν πέθανε, τον έθαψε κοντά στις ιερές πηγές του Χαζίρ.
Είναι πολύ πιθανό ο θρύλος του Κάιν να σχετίζεται με την μεσαιωνική θεωρία των «Χαμένων Φυλών» και με την πεποίθηση των Παστούν, μηδέ των Ταλιμπάν εξαιρουμένων όπως διαπίστωσα συζητώντας μαζί τους, ότι είναι απόγονοι του Αφγάνα, εγγονού του βασιλιά Σαούλ, άρα και της φυλής των Βενιαμινιτών. Μέσα από αυτήν την βιβλική γεωγραφία. η Καμπούλ ταυτίστηκε με την «Γη της Νοντ», την γη της περιπλάνησης του Κάιν που θάφτηκε κοντά στην πηγή του αθάνατου αγίου δημιουργώντας οι Κάιν και Χαζίρ ένα πνευματικό δίπολο (καλό εναντίον κακού) στους λόφους της Καμπούλ.

Ο Χάρτης των Ανώνυμων Μνημείων

Βγάζω από το σακίδιο το ντοσιέ μου με τους χάρτες και παρατηρώ προσεκτικά τις φωτοτυπίες στρατιωτικών χαρτών του βρετανικού πυροβολικού από το 1879 που μπόρεσα να προμηθευτώ· εντοπίζω σε αυτούς δεκάδες μικρά τετράγωνα με την ένδειξη «Ziyarat» (ιεροί τάφοι) διάσπαρτα στις πλαγιές. Οι Βρετανοί σχεδίαζαν αυτά τα μνημεία με σχολαστικότητα, αποφεύγοντας όμως να τα πλησιάσουν. Για τον Μάσσον και τους μετέπειτα περιηγητές, αυτοί οι επιμήκεις, ανώνυμοι τάφοι από λάσπη και πέτρα ήταν η απόδειξη της “βιβλικοποίησης” του τοπίου από τους ντόπιους. Δεν υπήρξε ποτέ κάποιο επίσημο κτίσμα με την επιγραφή “Τάφος του Κάιν”, επιβίωσε ωστόσο η γεωγραφική μνήμη.

Το τίμημα που πλήρωσε η πόλη για τη φιλοξενία που προσέφερε στον πρώτο φονιά ήταν βαρύτατο. Οι Αφγανοί πίστευαν ότι δεχόμενοι τον Κάιν, μόλυναν το χώμα τους, καταδικάζοντας την κοιλάδα σε έναν αέναο κύκλο αδελφοκτονίας και πολέμου. Σήμερα, η Τσέσμε Χηντρ δεν είναι πια η πράσινη όαση των Σούφι περιπλανητών. Στον 20ό αιώνα, οι λόφοι μετατράπηκαν σε χαρακώματα, οι πηγές στέρεψαν και οι πλαγιές ναρκοθετήθηκαν από διαδοχικούς στρατούς. Τα αυτοσχέδια σπίτια των προσφύγων από λάσπη σκαρφαλώνουν τώρα εκεί όπου οι Βρετανοί αναζητούσαν τον βιβλικό τάφο. Κι όμως, κοιτάζοντας τα αρχαία τείχη να ανεβαίνουν σαν φίδια στην κορυφογραμμή, κάτι μου λέει πως ο Κάιν είναι ακόμα εδώ, θαμμένος κάπου βαθιά, και η Καμπούλ συνεχίζει να πληρώνει το τίμημα της αρχαίας, καταραμένης της φιλοξενίας.

Σχολιάστε