Uncategorized

Η παράδοξη ιστορία του άνυδρου Φατεχπούρ Σικρί

Η παγκόσμια Ιστορία έχει να επιδείξει πλήθος παραδειγμάτων πόλεων οι οποίες διετέλεσαν για κάποιο ελάχιστο διάστημα έδρες κυβερνήσεων προτού οι πρωτεύουσες μεταφερθούν σε κάποιες άλλες πόλεις, είτε λόγω πολέμου είτε λόγω κάποιας θεομηνίας είτε για οποιονδήποτε άλλον λόγο. Τα παραδείγματα δεν είναι και λίγα. Η Βρετανική Ονδούρα, για παράδειγμα, απέκτησε καθεστώς αυτονομίας το 1962, με πρωτεύουσα το Μπελίζ Σίτι. Ένας φονικός τυφώνας όμως, η Χάτι κατέστρεψε το 1961 το Μπελίζ Σίτι και έτσι το 1970, τρία χρόνια προτού η χώρα μετονομασθεί σε Μπελίζ και 11 χρόνια προτού αποκτήσει την πλήρη ανεξαρτησία της, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στο Μπελμοπάν.

Σε μια άλλη ήπειρο, την Αφρική, το Μανζίνι υπήρξε επίσης για ένα διάστημα πρωτεύουσα της Σουαζιλάνδης , από το 1890 έως το 1902, οπότε καταστράφηκε από τον πόλεμο των Μπόερς και το διοικητικό κέντρο μεταφέρθηκε στο Μπαμπάνε.

Αλλά και στην Ελλάδα, η Αίγινα υπήρξε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους από την 1η Νοεμβρίου 1826 για να ακολουθήσει το Ναύπλιο στις 4 Μαΐου 1827 και στη συνέχεια να ανακηρυχθεί πρωτεύουσα η Αθήνα.

Και αφού αυτά συνέβησαν σε χώρες της αμερικανικής, της αφρικανικής και της ευρωπαϊκής ηπείρου, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση η Ασία, με ένα ιστορικό παράδειγμα μάλιστα ακόμη πιο αινιγματικό. Διότι η ιστορία της πόλης Φατεχπούρ Σίκρι είναι, το λιγότερο, περίεργη.

Υπέροχα στολισμένη και με χτισμένη ιδιαίτερη φροντίδα υπό την επίβλεψη ενός αυτοκράτορα, αποτέλεσε την πρωτεύουσα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, των Μουγκάλ, για μόλις 14 χρόνια, από το 1571 έως το 1585. Φατεχπούρ Σικρί σημαίνει «Πόλη της Νίκης». Μετά από κάποιες καθοριστικές στρατιωτικές του επιτυχίες, ο αυτοκράτορας Άκμπαρ μετέφερε εδώ την πρωτεύουσά του από την Άγκρα, σε απόσταση 37 χιλιομέτρων.

Ντιβάν-ι-Κας, η Αίθουσα των Ιδιωτικών Ακροάσεων. Ορισμένοι ιστορικοί ισχυρίζονται πως επρόκειτο για τον «Οίκο του Κοσμήματος», το «θησαυροφυλάκιο» των ανακτορικού συγκροτήματος

Επέβλεψε ο ίδιος το χτίσιμο σε μια περιοχή που λέγεται ότι την επέλεξε ένας Σούφι άγιος, ο Σεΐχ Σαλίμ Τσίστι. Ο Άκμπαρ σεβόταν και εμπιστευόταν τον άγιο ακόμη περισσότερο όταν πραγματοποιήθηκε η πρόβλεψή του ότι θα αποκτούσε γιο, τον Τζαχανγκίρ, ο οποίος γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου 1569 στο Σικρί και θα γινόταν ο τέταρτος αυτοκράτορας των Μουγκάλ. Ο σχεδιασμός ήταν ένα επίτευγμα του Άκμπαρ, ο οποίος πάντρεψε με επιτυχία διαφορετικές αρχιτεκτονικές τεχνοτροπίες, τιμουριδική, περσική και ινδική. Από ένα μικρό χωριό, έφθασε το 1580 να έχει 250.000 κατοίκους. Το 1585, ένας Άγγλος περιηγητής, ο Ραλφ Φιτς, έγραφε ότι η Άγκρα και το Φατεχπούρ ήταν δύο πολύ μεγάλες πόλεις, μεγαλύτερες από το Λονδίνο και άλλες μεγάλες πόλεις.

Παρά ταύτα, το 1585, ο Άκμπαρ εγκατέλειψε την πόλη και μετέφερε την πρωτεύουσα στη Λαχώρη ώς το 1598 και ακολούθως επανέφερε την έδρα της αυτοκρατορίας στην Άγκρα.
Μία εξήγηση ήταν ότι η πόλη υπέφερε από έλλειψη νερού, αλλά άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι θα ήταν αδύνατον να σχεδιασθεί μια πόλη χωρίς να ληφθεί προηγουμένως υπόψη η υδροδότησή της και ότι ο Άκμπαρ άλλαζε πρωτεύουσες, καθώς μετέφερε την πρωτεύουσά του πρώτα στο Φατεχπούρ Σικρί, μετά στη Λαχώρη και ακολούθως στην Άγκρα, για διαφορετικούς κατά περίπτωση στρατηγικούς λόγους.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, από το 1585 το Φατεχπούρ Σικρί, ώς τότε πολιτιστικό, εμπορικό και διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας, παρέμεινε μια πόλη φάντασμα.

Το κτήριο που μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν ένα πενταώροφο κτίριο, το Παντς Μαχάλ.

Το Παντς Μαχάλ ή Πενταώροφο Ανάκτορο.

Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο κτίσμα, του οποίου οι όροφοι είναι άνισου εμβαδού μεταξύ τους. Το ισόγειο έχει 84 κολώνες, ο 1ος όροφος 56, ο 2ος όροφος 30, ο 3ος όροφος 12 και στον 4ο όροφο υπάρχουν μόνο 4 κολώνες να στηρίζουν την οροφή ενός περίπτερου, σύνολο 176 κολώνες.

Τη σανσκριτική λέξη «πάντσα» την έχουν δανειστεί αρκετές γλώσσες. To «πέντε», το αγγλικό «five», το γερμανικό fünf, το ισλανδικό «fimm», το λατινικό «quinque» και η ίδια λέξη για το «πέντε» στα ρώσικα, τα νορβηγικά, τα ολλανδικά και άλλες γλώσσες είναι ομόρριζα ή και προέρχονται από το «πάντσα». Ακόμη και το ποτό «παντς» το ονόμασαν έτσι οι Άγγλοι επειδή περιέχει πέντε συστατικά (αλκοόλ, ζάχαρη, λεμόνι, νερό και τσάι ή μπαχαρικά)

Το πυργοειδές αυτό κτήριο έβλεπε σε έναν κήπο του συγκροτήματος και χρησίμευε ως τόπος δροσιάς καθώς χρησιμοποιούνταν τα «χας τάτι», παραπετάσματα από καλάμια και χορτάρι από όπου έτρεχε νερό για να δροσίζει το κτήριο, πρακτική που συναντάται αρκετά στη Βόρεια Ινδία και που εδώ «παντρεύτηκε» με περσικά αρχιτεκτονικά στοιχεία.

Αναμφίβολα όμως, το πιο εντυπωσιακό κτήριο είναι η ύψους 40 μέτρων Μπουλάντ Νταρβάζα, η μεγαλύτερη πύλη στον κόσμο, που θα πει «Πύλη της Νίκης», η οποία ονομάστηκε έτσι σε ανάμνηση της κατάκτησης του σουλτανάτου του Γκουτζάρατ το 1573. Στην πύλη είναι γραμμένη μια φράση στην περσική: «Ο Ιησούς, ο Υιός της Μαρίας, είπε ‘Ο κόσμος είναι μια γέφυρα, πέρασέ την, αλλά μην οικοδομήσεις οικία πάνω της. Όποιος ελπίζει για την ημέρα ας ελπίζει και για την αιωνιότητα, όμως ο Κόσμος δεν υπομένει παρά μια ώρα. Ξόδεψέ την σε προσευχή, το μέλλον είναι άδηλο'».

Κατηγορίες:Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s