ΕΥΡΩΠΗ

Κάννες / Κτήρια «ντυμένα» με την ιστορία του κινηματογράφου

2002, Κάννες. Τιμώντας το δημοτικό συμβούλιο την ηλικίας 107 ετών Έβδομη Τέχνη η οποία είναι ταυτισμένη, λόγω και του ετήσιου φεστιβάλ κινηματογράφου, με το κοσμοπολίτικο θέρετρο της Κοτ ντ’ Αζούρ, εγκαινιάζει ένα πρόγραμμα τοιχογραφήσεων 15 προσόψεων κτηρίων της πόλης με θέμα το σινεμά.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018. Με την βροχή και τον ήλιο να εναλλάσσονται από το πρωί, απολαμβάνω τον συνδυασμό περιπάτου και φωτός σε μια πόλη που προσφέρεται και για τα δύο. Απόδειξη, ο κοσμοπολιτισμός της και το ετήσιο φεστιβάλ κινηματογράφου που διοργανώνει.

Ο Φανφάν «εκδικείται» την Νουβέλ Βαγκ

Απολαμβάνοντας την πανοραμική θέα από τον λόφο του Σουκέτ, της Παλαιάς Πόλης, στο λιμάνι, στον Κόλπο των Καννών και στην σύγχρονη πόλη, το βλέμμα μου σταματά σε έναν τοίχο κτηρίου όπου, μια τεράστια τοιχογραφία που καλύπτει σε ύψος τρεις ορόφους απεικονίζει έναν δημοφιλέστατο κινηματογραφικό ήρωα της δεκαετίας 1950. Κατηφορίζοντας συναντώ το έργο στο 3 της Βικτόρ Τουμπύ, από το όνομα του διάσημου Καννουά ποιητή, γλύπτη, ζωγράφου και μουσικού. Στην τοιχογραφία απαθανατίζεται ένας ακόμη ντόπιος, ο ηθοποιός Ζεράρ Φιλίπ ως Φανφάν λα Τουλίπ στην ομώνυμη ρομαντική περιπέτεια που το 1952 τιμήθηκε με Ασημένια Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη για τον Κριστιάν Ζακ στις Κάννες.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε ως «Ο ιππότης και η τσιγγάνα» όταν ακόμη γαλλικός και ιταλικός κινηματογράφος ουδόλως υπολείπονταν σε δημοφιλία και εισιτήρια από τον αμερικανικό. Έχω μια αδυναμία στην ταινία  αυτή. Και επειδή μια παλιά φίλη με αποκαλούσε Φανφάν, και επειδή με  εντυπωσίασε το δίδυμο των πρωταγωνιστών. Ο Ζεράρ Φιλίπ, αντικείμενο θαυμασμού για εκατομμύρια Ευρωπαίες έσβησε πρόωρα από καρκίνο το 1959 στα 36 του. Η συμπρωταγωνίστριά του, Τζίνα Λολομπρίτζιτα, η «Μόνα Λίζα του 20ου αιώνος» και πιο κακοπληρωμένη Ευρωπαία ηθοποιός, ήταν ήδη από τα 25 της αυτό το ιδιαίτερο πρότυπο ομορφιάς και γοητείας, που ονομάστηκε «lollobrigidienne».

Η υπόθεση διαδραματίζεται στα χρόνια του Επταετούς Πολέμου, 1754-1763. Ο νεαρός Φανφάν ξεφεύγει από έναν γάμο που του ετοιμάζουν με προξενιό. Η Αντελίν, κόρη στρατολόγου αξιωματικού, βοηθά τον πατέρα της, προσποιούμενη στον Φανφάν την τσιγγάνα. Του προμαντεύει πως αν καταταγεί στον στρατό θα δοξαστεί και θα πάρει για σύζυγο την κόρη του βασιλιά. Παρότι ανακαλύπτει την αλήθεια, η τύχη τον ευνοεί σε βαθμό που  να πιστέψει ότι μπορεί να εκπληρώσει την «μαντεία» της τσιγγάνας. Ένας έρωτας αναπτύσσεται όμως μεταξύ Φανφάν και Αντελίν που κοντράρει την πρόβλεψη πως πεπρωμένο του είναι η κόρη του βασιλιά.

Απομακρυνόμενος από την εντυπωσιακή τοιχογραφία, σκέφτομαι πως 66 χρόνια μετά, παίρνει εκδίκηση για λογαριασμό του «cinema de papa». Του κινηματογράφου που χαρακτήρισαν έτσι υποτιμητικά οι Γάλλοι μεταφράζοντας την φράση του Έντγκαρ Ράιτς «Papas kino ist tot» στο φεστιβάλ μικρού μήκους του Ομπερχάουζεν του 1962, ότι «ο κινηματογράφος του μπαμπά πέθανε». Μια ειρωνική φράση για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων που κυνικά και άδικα απαξίωσαν  οι κριτικοί και μετέπειτα σκηνοθέτες της Νουβέλ Βαγκ,  Φρανσουά Τρυφώ και Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, και άλλοι εκπρόσωποι του «Νέου Κύματος». Εν μέρει τα κατάφεραν, καθώς οι νεώτεροι αγνοούν το όνομα του διασημότερου Γάλλου σκηνοθέτη της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, παρά το «ρημαίηκ» το 2003 της ταινίας με τον Βίνσεντ  Περέζ και την Πενέλοπε Κρους. Η φιγούρα ωστόσο του Φανφάν είναι εδώ, στις Κάννες, εντυπωσιακή και επιβλητική, και ως φόρος τιμής στον Κριστιάν Ζακ, τον Ζεράρ Φιλίπ και το «cinema de papa».

Ο χαοτικός κάμεραμαν

Στο 29 της λεωφόρου Βικτόρ Τουμπύ, εκεί όπου ανηφορίζοντας ενώνεται με την Φορβίλλ και διασταυρώνεται με το 9 της ντε Φρερ, ο Μπάστερ Κήτον σε μια γιγαντιαίων διαστάσεων τοιχογραφία, με το μόνιμο ανέκφραστο ύφος του, με γκρι κοστούμι και ομοιόχρωμα παπιγιόν και μπερέ, απεικονίζεται σκαρφαλωμένος στην τρίποδη κάμερά του σε μια ατζαμίδικη στάση που θυμίζει κάτι ανάμεσα σε pole dancing κα ελεύθερη πάλη.

Η σκηνή είναι από τον «Κάμεραμαν» του 1928, ίσως την καλύτερη ταινία του μεγάλου κωμικού.

Η ευφυέστατη αυτή χαοτική ρομαντική φάρσα είναι και η τελευταία ταινία όπου είδαμε τον πραγματικό Μπάστερ Κήτον προτού η MGM τον αναγκάσει να γυρίσει μέτριες εμπορικές παραγωγές.

Στα παρασκήνια

«L’ envers du décor» επιγράφεται η τοιχογραφία που φιλοτεχνεί την πρόσοψη στο 7 της ντε Σουίς, εξηγώντας έτσι ότι θέμα της είναι τα διαδραματιζόμενα πίσω από την κάμερα από τους «αθέατους» δημιουργούς που από το παρασκήνιο φροντίζουν να διατηρηθεί η μαγεία του κινηματογράφου για τον θεατή.

Πρόκειται για αφιέρωμα στους αφανείς άνδρες και γυναίκες, από τον απλό τεχνικό μέχρι τον σκηνοθέτη, που χαράσσουν τις διαδρομές μέσω των οποίων θα ταξιδέψει κάθε φορά η φαντασία του θεατή. Μια επιγραφή επιτάσσει: «Ησυχία, γυρίζουμε».

Διακοπές με τον Κύριο Ιλό

Στην Πλας ντυ Σουκέ και το 7 της Σαιν Ντιζιέ ο Ζακ Τατί ως Monsieur Hulot, βγαλμένος από  το «Mon Oncle» του 1958, περπατά έξω από το ξενοδοχείο όπου έκανε διακοπές πέντε χρόνια νωρίτερα, στο «Les Vacances de M. Hulot».

«Ο θείος μου»,  πρώτο έγχρωμο φιλμ του Τατί, Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και βραβείο συνολικής προσφοράς των Καννών για την πρώτη έγχρωμη ταινία του Ζακ Τατί, είναι η δεύτερη παραγωγή με κεντρικό ήρωα τον αμήχανο Κύριο Ιλό, τον δυσπροσάρμοστο στην κοινωνία του ανερχόμενου καταναλωτισμού, της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, των αχρείαστων γκάτζετ της επιδειξιομανούς μεταπολεμικής Γαλλίας. Και όχι μόνο της Γαλλίας, αλά και ενός κόσμου ολόκληρου ο οποίος συμβολίζεται  στην Villa Arpel, μοντέρνα για τον μοντερνισμό και μόνο, με αχρείαστα κομφόρ και απρόσωπη όπως οι ιδιοκτήτες της.

Ο απλοϊκός Κύριος Ιλό, εύκολα αναγνωρίσιμος με το ψηλό ανάστημα, ψηλός και άχαρος, με την καπαρντίνα, το καπέλο, την πίπα και  το ιδιόρρυθμο περπάτημα -συνήθως κυκλοφορεί πεζός- αδέξιος και καλοπροαίρετος, ζει παλιά γειτονιά και ανατέμνει με περιέργεια την μονοτονία των σύγχρονων γκάτζετς. Αυτή η κάπως «δονκιχωτική» περσόνα που σε πολλά θα εμπνεύσει στον Ρόουαν Άτκινσον την περσόνα του Mr. Bean, θα αποδειχθεί εν τέλει προφήτης. Όσο γελούσαν οι σύγχρονοί του με τους φόβους του στην μεγάλη οθόνη, τόσο θα συμπάσχουν δύο τρίτα του αιώνα αργότερα μαζί του αναλογιζόμενοι την γοητεία ενός κόσμου που χάθηκε.

Όταν το θέαμα «διορθώνει» το ανθρώπινο μάτι

«Trompe-l’œil» είναι ένας γαλλικός γαλλικός όρος ο οποίος αποδίδει την εξαπάτηση του ματιού ως τεχνική που δημιουργεί την οπτική ψευδαίσθηση πως τα εικονιζόμενα αντικείμενα υπάρχουν σε τρεις διαστάσεις.

Μένοντας στην ίδια πλατεία του Ηôtel de la Plage, ο ευρηματικός δημιουργός της τοιχογραφίας «Trompe l’œil Le Barbarella» συνδέει την πραγματικότητα με το φανταστικό. Η τρισδιάστατη πραγματικότητα στην πρόσοψη της Σαιν Ντιζιέ 16 αποτυπώνεται δισδιάστατη στον πλαϊνό τοίχο επί της Πλας Σουκέ. Η επιγραφή, οι κιτρινοπορτοκαλί τέντες, τα παραθυρόφυλλα, όλα είναι ζωγραφισμένα έτσι ώστε να μοιάζουν με τρισδιάστατα.

Μία από τις παλαιότερες οπτικές απάτες είναι η «εξαναγκασμένη προοπτική». Έλληνες και Ρωμαίοι στην αρχαιότητα, ανήγαγαν την αρχιτεκτονική σε μέσο αναπαράστασης εξιδανικευμένων μορφών της Φύσης. Έτσι, όποτε ανήγειραν δημόσια κτήρια και ναούς έδιναν βαρύτητα σε συμμετρία και αναλογίες. Παρατήρησαν ωστόσο ότι και η τελειότερη κατασκευή παραμορφώνεται στο ανθρώπινο μάτι. Για να «διορθώσουν» αυτήν την φαινομενική ατέλεια, μετέρχονταν οπτικά τεχνάσματα όπως η εξαναγκασμένη προοπτική, η τεχνική να δημιουργείς ψευδαισθήσεις προκειμένου ένα αντικείμενο να φαίνεται μεγαλύτερο, μικρότερο, εγγύτερο ή περισσότερο απομακρυσμένο από όσο πραγματικά είναι. Η ανάγκη χρήσης τέτοιων τρυκ εντείνεται όσο μεγαλύτερο είναι το κτήριο, καθώς το βλέμμα διασπάται αδυνατώντας να συλλάβει την ολότητα του έργου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Παρθενώνας.  Ο κανόνας της συμμετρίας λέει πως οι εξωτερικοί κίονες πρέπει να είναι ισομεγέθεις τηρώντας ίσες αποστάσεις μεταξύ τους. Τεχνικά όμως οι ακριανοί κίονες έπρεπε να είναι παχύτεροι για να ισορροπήσουν το βάρος της κατασκευής. Για να μην γίνει αντιληπτή στο ανθρώπινο μάτι η διαφορά πάχους παραχωρήθηκε μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ των ακριανών κιόνων σε σύγκριση με τους κεντρικούς.

Ένα οπτικό τέχνασμα στους ελληνικούς κίονες είναι και η ελαφρά λέπτυνσή τους στην μέση. Και τούτο, προκειμένου να αντισταθμιστεί η ψευδαίσθηση πως στενεύουν στην κορυφή η οποία με την σειρά της οφείλεται στο μεγάλο ύψος των κιόνων και την συνεπαγόμενη αδυναμία του ανθρώπινου ματιού να αντιληφθεί το ισόπαχο ενός «κανονικού» στις αναλογίες του κίονα σε όλο το ύψος του.

Στον κινηματογράφο, οι δυνατότητες που διαθέτει ο σκηνοθέτης σε σύγκριση με τον ζωγράφο ή τον αρχιτέκτονα είναι πολλαπλάσιες, αρκεί να υπάρχει φαντασία. Όπως για παράδειγμα το ευφάνταστο μεν, διαβόητο δε, εύρημα στην «Καζαμπλάνκα». Καθώς η θρυλική αυτή ταινία γυρίστηκε μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η λήψη σε πραγματικό αεροδρόμιο ήταν απαγορευτική. Έτσι, η τελευταία σκηνή του αποχαιρετισμού των πρωταγωνιστών γυρίστηκε μέσα σε στούντιο. Για να δοθούν στο πλάνο βάθος και προοπτική, πίσω από τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στέκονται νάνοι ώστε να σχηματίζεται η ψευδαίσθηση δήθεν κανονικού αναστήματος κομπάρσων που βρίσκονταν σε μακρινή απόσταση.

Οπτικά τρυκ δημιουργούν ακόμη ο φωτισμός, το θόλωμα πεδίων του κάδρου ώστε να δείχνουν μακρινά, ακόμη και η εκμετάλλευση του αξιώματος της γκεστάλτ πως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το όλον αντί του αθροίσματος  των επιμέρους στοιχείων  του.

Στον Κεντρικό Σταθμό

Μια υπέροχη τοιχογραφία κατασκευασμένη με την τεχνική trompe-l’œil, και με πρωταγωνιστές διάσημων ταινιών κοσμούν την πρόσοψη του Κεντρικού Σταθμού Λεωφορείων της οικοδέσποινας πόλης του Ετήσιου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ, των Καννών, αυτού του δημοφιλέστατου τουριστικού προορισμού της Γαλλικής Ριβιέρας.

Τις τοιχογραφίες του Gare Autobus επιμελήθηκε το στούντιο A-Fresco του Πατρίκ Κομεσύ, δημιουργού περισσότερων των 300 τοιχογραφιών από το 1978, κυρίως μνημειακού τύπου με ταυτότητα και ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων του εκάστοτε τόπου που καταφέρνουν να τονώνουν το αίσθημα υπερηφάνειας των ντόπιων, να εμπλουτίζουν την τοπική πολιτιστική κληρονομιά και να ερεθίζουν την φαντασία και την  φιλομάθεια  των επισκεπτών. Τέτοια έργα είναι το «Gare de Béziers» και το «Aqui es Bezièrs» στην Μπεζιέ, τα τεράστια, από 180 τετραγωνικά μέτρα το καθένα τριώροφο «Levallois en fleurs» στο Λεβαλουά, και «Le marche de Privas» στο Πριβά, το «Καφέ των Ηθοποιών» σε πενταώροφη πολυκατοικία  του Λεβαλουά όπου εμφανίζονται η Ζυλιέτ Μπινός, η Σοφί Μαρσώ, ο Αλαίν Ντελόν, η Μιρέιγ Ντάρκ, η Μπριζίτ Μπαρντό, ο Υβ Μοντάν, ο Ζαν Γκαμπέν, ο Ζαν Πωλ Μπελμοντό, η Τζίνα Λολομπρίτζιτα, η Ιζαμπέλ Υπέρ, ο Λίνο Βεντούρα, ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ και άλλοι ακόμη στο ισόγειο καφέ και στα μπαλκόνια.

Στην Πλας Κορνύ-Ζεντίγ και στον αριθμό 2 της Σαιν Πιέρ, η επίπεδη πρόσοψη του κεντρικού σταθμού των λεωφορείων έχει μεταμορφωθεί σε τρισδιάστατη πρόσοψη με προκάτ κινηματογραφικά σκηνικά που δείχνουν μπαλκόνια, παράθυρα, μπαλκονόπορτες, κουρτίνες και κεραμίδια και αρκετούς διάσημους ηθοποιούς να αναπαριστούν εμβληματικές σκηνές του κινηματογράφου στα 100 και πλέον χρόνια της ιστορίας του.

«Έλα ν’ Αγαπηθούμε»

Στο μπαλκόνι του ρετιρέ εμφανίζονται η Μέριλυν Μονρό και ο Υβ Μοντάν. Παρότι οι δυο τους έπαιξαν μαζί στην μουσική κωμωδία του 1960 «Let’s Make Love» του Τζωρτζ Κιούκορ που στην Ελλάδα παίχτηκε ως «Έλα ν’ Αγαπηθούμε», η μεν Μονρό εικονίζεται όπως πόζαρε στην περίφημη φωτογράφηση του Αντρέ ντε Ντιεν στην παραλία Τόμπη του Λονγκ Άιλαντ το 1949, με το λευκό μαγιό και το κόκκινο με λευκά πουά παρασόλι, ο δε Μοντάν με σμόκιν, ημίψηλο καπέλο και λευκό τριαντάφυλλο στην μπουτονιέρα όπως στο «Τρία Εισιτήρια για την Παράσταση» του 1988, κάτι που σημαίνει ότι οι δύο φωτογραφίες απέχουν χρονικά 39 χρόνια.

Τους δυο ηθοποιούς που υπήρξαν και εραστές τραβάει με την κάμερα επάνω στον γερανό ο Φεντερίκο Φελίνι.

Η Τζέσικα, ο Μάρλοου, το Κεντρί και τα ρομπότ

Συνωστισμό αστέρων έχουμε στο μεσαίο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Αριστερά, τα διάσημα ρομπότ του Πολέμου των Άστρων που πρωτοεμφανίστηκαν το 1977.  Ο «ψηλός» C-3PO ή See-Threepio, και ο «κοντός» R2-D2 τον οποίον εμπνεύσθηκε ο Τζωρτζ Λούκας από τις κωμικές φιγούρες των Ταχέι και Ματασίτσι από το κουροσαβικό «Κρυμμένο Κάστρο» του 1958 και από τα ρομπότ Χιούη, Λιούη και Ντιούη από την «Περιπέτεια στο Διάστημα», την μετα-αποκαλυπτική ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1972 που σκηνοθέτησε ο Ντάγκλας Τράμπουλ.

Στο κέντρο του μπαλκονιού απεικονίζεται ένα δημοφιλές ζευγάρι των κινουμένων σχεδίων του 1988, ο Ρότζερ Ράμπιτ και η Τζέσικα Ράμπιτ, στους οποίους έδωσαν φωνή ο Τσαρλς Φλάισερ και η Καθλήν Ταίρνερ.

Από τις κουρτίνες ξεπροβάλλει το ζεύγος Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και Λωρήν Μπακώλ με τα κοστούμια που φορούσαν ως Φίλιπ Μάρλοου και Βίβιαν Ράτλετζ στο νουάρ αριστούργημα «Ο Μεγάλος Ύπνος» του 1946 βασισμένο στο ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ραίημοντ Τσάντλερ, την δεύτερη ταινία στην οποία συμπρωταγωνίστησαν.

Στην άκρη δεξιά φαίνονται ο Πωλ Νιούμαν και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «Κεντρί» που το 1974 απέσπασε 7 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και καλύτερου σκηνοθέτη για τον Τζωρτζ Ρόυ Χιλλ.

Λυμιέρ, Τρυφώ και Λεώ

Στο κάτω αριστερά μπαλκόνι ατενίζουν την θέα οι αδελφοί Λυμιέρ και ένα δίδυμο του Γαλλικού Νέου Κύματος, Φρανσουά Τρυφώ και Ζαν-Πιερ Λεώ.

Ο Λεώ πρωτοεμφανίζεται 15χρονος στα «400 χτυπήματα» του Τρυφώ και θα ενσαρκώσει τον ίδιο ήρωα, τον Αντουάν Ντουανέλ στις ταινίες του Γάλλου σκηνοθέτη «Αντουάν και Κολέτ», «Κλεμμένα Φιλιά», «Παράνομο Κρεβάτι», και «Η Αγάπη το βάζει στα πόδια».

Με τον Αντουάν να ξεκινά ως κοινωνικά απροσάρμοστος τηναίητζερ και να φτάνει στην διάρκεια της σειράς των ταινιών μετά τα 30 του να αναζητά την ευτυχία περνώντας μέσα από αποτυχημένους γάμους και αδιέξοδες σχέσεις.

Λόυντ και Γατόπαρδος

Η ιστορική σκηνή, ίσως η ιστορικότερη του βωβού κινηματογράφου, με τον Χάρολντ Λόυντ να κρέμεται από το ρολόι του ουρανοξύστη στην ρομαντική κομεντί του 1923 «Safety Last!» ενώ από κάτω παίρνουν περαστικοί, αυτοκίνητα και τραμ απαθανατίζεται στον τοίχο κάτω αριστερά.  Η σκηνή η γυρίστηκε στην οροφή του 908 της Σάουθ Μπρόντγουεϊ στο Λος Άντζελες, όπου έναν αιώνα αργότερα θα στεγαστεί το Tarina Tarantino’s Sparkle Factory με τα περίφημα kitschy-cool κοσμήματα και αξεσουάρ και με μια τοιχογραφία του Banksy στο πλάι, το κοριτσάκι που κάνει κούνια μπροστά από την μισοσβησμένη επιγραφή «PARKING».

Πίσω από το Λόυντ απεικονίζεται το ζευγάρι του «Γατόπαρδου» του Λουκίνο Βισκόντι, ο Αλαίν Ντελόν ως Τανκρέντι Ντι Φαλκονέρι, ο καιροσκόπος ευγενής που συμμαχεί με τον επαναστάτη Γκαριμπάλντι για να καταλήξει σύμμαχος  του βασιλιά, και η Κλαούντια Καρντινάλε στον ρόλο της Αντζέλικα που έχει θαμπώσει με την ομορφιά της τόσο τον Τανκρέντι που συμβολίζει την νέα Ιταλία όσο και τον θείο του τον πρίγκηπα της Σαλίνα, Ντον Φαμπρίτσιο Κορμπέρα που υποδύεται ο Μπαρτ Λάνκαστερ συμβολίζοντας την απερχόμενη συντηρητική τάξη της Ιταλίας.

Νουάρ και Μίκυ Μάους

Στο μεσαίο μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου εμφανίζεται το δημοφιλές ζευγάρι Μισέλ Μοργκάν -τα γαλαζοπράσινα ομορφότερα μάτια του Γαλλικού σινεμά- και Ζαν Γκαμπέν . Η Μοργκάν ήταν το 1946 η νικήτρια στο φεστιβάλ των Καννών για τον πρώτο γυναικείο ρόλο στην «Ποιμενική Συμφωνία» του Ζαν Ντελανουά, υποδυόμενη την τυφλή Γερτρούδη. Μοργκάν και Γκαμπέν συμπρωταγωνίστησαν το 1938 στο «Λιμάνι των Απόκληρων» όπως προβλήθηκε στην Ελλάδα το «Le Quai des brumes», από τα παλαιότερα έργα που χαρακτηρίστηκαν «νουάρ» , το 1939 στην γερμανική παραγωγή «Το Νησί των Κοραλιών» («Le Récif de corail») και το 1952 στην «Στιγμή της Αλήθειας» («La Minute de vérité»).

Στο ίδιο μπαλκόνι τους κάνουν παρέα ο Μίκυ Μάους με την Μίνι και ο Σαρλώ με τον επτάχρονο Τζων Λέσλι Κούγκαν, ένα από τα πρώτα «παιδιά θαύματα» του σινεμά στο «Χαμίνι» του 1921. Χάρη στην προσφυγή του Κούγκαν στην Δικαιοσύνη κατά της μητέρας του και του πατριού του, θα ψηφιστεί  18 χρόνια αργότερα στην Καλιφόρνια η «Coogan Act» η οποία προβλέπει την εξασφάλιση μέρους των απολαβών των παιδιών καλλιτεχνών προς καταβολή με την ενηλικίωσή τους.

Αποχαιρετώντας την παρέα των σταρ

Φεύγοντας από τις Κάννες ρίχνω μια τελευταία ματιά στην τεράστια τοιχογραφία του σταθμού.

Ταρζάν και Τζαίην παρέα με την Τσίτα σκαρφαλωμένοι στα κεραμίδια, Καίητ Γουίνσλετ και Λεονάρντο Ντι Κάπριο από τον Τιτανικό, Σιντ Καρίς και Φρεντ Ασταίρ από το θρυλικό χορευτικό νούμερο του «The Girl Hunt Ballet» του μιούζικαλ του 1953 «The Bandwagon», Μπάτμαν και Τζόκερ όπως τον ενσάρκωσε ο Τζακ Νίκολσον, Μπουρβίλ και Λουί ντε Φυνές, Σταν Λώρελ και Όλιβερ Χάρντυ.

Όλα τα είδη κινηματογράφου σε μια ιστορία 100 χρόνων αποτυπωμένη στην πρόσοψη ενός κτηρίου. Αν μη τι άλλο οι Γάλλοι ξέρουν και να σέβονται και να τιμούν και με τα πιο «καθημερινά» μέσα τον πολιτισμό τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s