Uncategorized

Μπανγκλαντές / Το Τζαμί -μπιμπελό- των Χασάπηδων

Το Κοσαϊτούλι ή Κασαμπντούλυ στην Πουράνα Ντάκα

Ένα κομψοτέχνημα στην παλιά Ντάκα

Ταξιδεύοντας η αραβική λέξη «qassâb» (μακελάρης/κρεοπώλης) προς δυσμάς, καταλήγει μέσω του τουρκικού «kasap» στο νεοελληνικό «χασάπης», ενώ προς ανατολάς καταλήγει στην γλώσσα ούρντου «qassab» και στον πληθυντικό «qasai» («μακελάρηδες/κρεοπώλες»).

Μάρτιος 2008. Η χρονιά που σύμφωνα με το Islamic Foundation, το Μπανγκλαντές είναι η τρίτη χώρα στον κόσμο σε αριθμό τζαμιών με 250.399 μουσουλμανικά τεμένη έναντι περίπου 800.000 στην Ινδονησία που κατατάσσεται πρώτη  σύμφωνα με την Al Arabiya και 300.000 σύμφωνα με το News East West στην Ινδία που κατατάσσεται τρίτη. Πρώτος σταθμός στο ταξίδι μου στο Μπανγκλαντές είναι φυσικά η πρωτεύουσα Ντάκα. καθώς βρίσκομαι λοιπόν στην τρίτη χώρα σε αριθμό αλλά και την τρίτη σε αριθμό Μουσουλμάνων, επόμενο είναι να εντάξω στο πρόγραμμά μου την επίσκεψη τουλάχιστον στα κυριότερα τζαμιά της πρωτεύουσας.

Κάτι που μου είχε κάνει εντύπωση προετοιμαζόμενος για το ταξίδι, ήταν και το ότι υπάρχει εδώ ένα τέμενος με την ονομασία «Τζαμί των Χασάπηδων». Και μου προξενεί εντύπωση, και διότι δεν είναι τόσο συνηθισμένη μια τέτοια ονομασία αλλά και βρίσκομαι στη λιγότερο προσοδοφόρο χώρα για να ασκεί κάποιος το επάγγελμα του κρεοπώλη. Σύμφωνα με τις στατιστικές, οι Μπανγκλαντέσιοι είναι με κατανάλωση τεσσάρων κιλών κρέατος τον χρόνο ο λιγότερο κρεατοφάγος λαός στον κόσμο. Στην παγκόσμια κατάταξη των «χορτοφάγων» τους ακολουθούν οι Ινδοί με 4,4 κιλά ετησίως, οι Μπουρούντιοι με 5,2 κιλά και οι Σιναλέζοι με 6,3 κιλά. Αμέσως μετά ακολουθούν στην λίστα με κατανάλωση μικρότερη των 8 κιλών ετησίως αφρικανικές χώρες, όπως η Ρουάντα με 6,5 κιλά, η Σιέρρα Λεόνε με 7,3 κιλά, η Ερυθραία με 7,7 κιλά και η Μοζαμβίκη με 7,8 κιλά.

Εντοπίζοντας με την βοήθεια του χάρτη το τζαμί, και έχοντας διαβάσει στον ταξιδιωτικό οδηγό την σημασία του ονόματός του, συνειδητοποιώ πόση δύναμη κρύβουν τα στερεότυπα, και ειδικά των αναφορών σε κάποια επαγγέλματα και συντεχνίες. Η πρόσοψη του τζαμιού αποτελείται από ένα τεράστιο ψηφιδωτό με μικρά γυαλιστερά πλακάκια. Είναι δε τόσο χαριτωμένα στολισμένο που προς στιγμήν νομίζω πως βλέπω ένα σκηνικό, όχι κάποια πραγματικό κτήριο.

Μπαγκλαντέσιος έμπορος αναμνηστικών με το Τζαμί των Χασάπηδων απέναντι από το Τζαμί των Χασάπηδων

Το Μαστζίντ Κασαμπτούλυ ή όπως είναι αλλιώς γνωστό, Μαστζίντ Κοσαϊτούλι, βρίσκεται σε ένα πολύ στενό δρόμο μιας γειτονιάς με γενικότερα πολύ στενά δρομάκια όπου παλιά ζούσαν χασάπηδες («Κασάι») και από εκεί πήρε το όνομά του. Τώρα το πώς ένα χαριτωμένο – αν και η τυπική ευρωπαϊκή αισθητική πιθανώς θα το έβρισκε «κιτς»- τζαμί ταυτίστηκε με «μακελάρηδες» είναι ένα θέμα. Αν για παράδειγμα συνδυάσουμε στην Ελλάδα στην ίδια πρόταση την λέξη «χασάπης» ή «μακελάρης» με την τέχνη, το πιθανότερο είναι να καταλήξουμε στον «χασάπικο». Τον χορό των μακελάρηδων, ο οποίος συνηθιζόταν σε συνοικία της Κωνσταντινούπολης και τον χόρευαν κυρίως χασάπηδες με βήματα και φιγούρες που απαιτούν συγχρονισμό και πειθαρχία σε ρυθμό 4/4. Στην Γαλλία πάλι, ίσως να καταλήξουμε στονπίνακα «Carcasse de boeuf» του Ρωσογαλλοεβραίου Χαΐμ Σουτίν όπου παρουσιάζει το πτώμα ενός βοδιού ανοιγμένο στα δύο ή πάλι το «Σφαγμένο βόδι», την ελαιογραφία του Ρέμπραντ που βρίσκεται στο Λούβρο εάν ρωτούσαμε έναν Ολλανδό.

Η επιγραφή στην βάση του τζαμιού πληροφορεί πιστούς και περαστικούς για το έτος ανέγερσης: είναι το 1338 από Εγίρας, δηλαδή 1960 με την δική μας χρονολόγηση. Είναι ολόκληρο διακοσμημένο με μωσαϊκό τύπου «Τσίνι Τίκρι» τεχνοτροπία που βασίζεται σε γυαλί και κεραμικά. Περισσότερο μου θυμίζει όσο το παρατηρώ τεράστιο κινέζικο βάζο, παρά τζαμί. Πρόσοψη και κίονες συνθέτουν ένα ιδιαίτερο ντεκόρ με ημισελήνους, άστρα, βάζα με άνθη, ακόμη και αραβική καλλιγραφία.

Σε αυτήν εδώ την γειτονιά, κυριαρχούσαν παλαιότερα οι ακόλουθοι του Μαουλάνα Κεραμάτ Αλί. Ενός θεολόγου που δίδασκε την αλληλεγγύη στην κοινότητα και την καθημερινή προσφορά στον συνάνθρωπο, ακόμη και για τα πιο μικρά. Δεν ξέρω αν το πνεύμα του διασώζεται και σήμερα, αλλά όλοι οι περίοικοι φαίνονται εξαιρετικά φιλικοί. Καθώς μάλιστα προσπαθώ με βήματα πλάγια και μπρος – πίσω να «χωρέσω» στον φακό της κάμερας το τζαμί (κάτι που δεν είναι και τόσο πολύ εύκολο σε αυτά τα στενά σοκάκια) ένας καταστηματάρχης μου φέρνει ένα τεράστιο φωτογραφικό ομοίωμα του τζαμιού σε κορνίζα να το φωτογραφίσω σε περίπτωση που θέλω να το έχω ολόκληρο καδραρισμένο, να μελετήσω αναλογίες και λεπτομέρειες που τυχόν δεν θα χωρούν στο κάδρο των φωτογραφιών μου. Ταυτόχρονα, ένας άλλος προθυμοποιείται να μου εξηγεί μερικές άγνωστες πτυχές της «Πουράν Ντάκα». «Πουράν» θα πει παλιά και αρχαία μου λέει, και μετά από ένα αυτόματο παιχνίδισμα του μυαλού του απαντώ χιουμοριστικά πως έχουμε και στα ελληνικά την ίδια λέξη για τους ηλικιωμένους. Περίφημα ήταν κάποτε και τα κεντήματα που έφτιαχναν οι γυναίκες εδώ καθώς εξάγονταν σε Κεντρική Ασία και Ευρώπη.

Παρότι πρόκειται για ένα σχετικά άγνωστο αξιοθέατο, δεν το μετανιώνω καθόλου που έκανα όλη αυτήν την απόσταση μέχρι εδώ σκέφτομαι αναχωρώντας για το επόμενο αξιοθέατο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s