ΑΣΙΑ

Το μυστηριώδες καραβάν σαράι της Κιργιζίας στα 3.500 μέτρα

Η κεντρική αίθουσα του καραβάν σεράι στην οποία μαζεύονταν οι έμποροι ταξιδευτές των καραβανιών για να φάνε, να πιούν, να προσευχηθούν, και να ανταλλάξουν πληροφορίες και εμπορεύματα

Στάση στο Τας Ραμπάτ πάνω στον Δρόμο του Μεταξιού

Στις 10 Απριλίου του 428 ο 42χρονος Νεστόριος διαδέχθηκε στον θρόνο του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως τον Σισίνιο Α’.
Ο νέος πατριάρχης είχε εξαιρετική μόρφωση, ευγλωττία και καλή φήμη και για αυτό απετέλεσε προσωπική επιλογή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’. Ωστόσο προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις όταν αποκήρυξε τη χρήση του όρου «Θεοτόκος» για την Παναγία, μιλώντας για «Χριστοτόκο», διαχωρίζοντας το πρόσωπο του Χριστού σε θεϊκή και ανθρώπινη υπόσταση και υποστηρίζοντας ότι η Παναγία γέννησε την ανθρώπινη υπόσταση. Παρ’ ότι ο αυτοκράτορας τον υπερασπίστηκε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, το 431, στην Έφεσο, υπερίσχυσαν οι αντίθετες απόψεις του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και του Κελεστίνου Ρώμης.
Έτσι, ο Νεστόριος χαρακτηρίστηκε αιρετικός, εκθρονίστηκε, οι δε οπαδοί του, οι Νεστοριανοί, καταδιωκόμενοι κατέφυγαν ως ιεραπόστολοι στην Περσία ιδρύοντας εκκλησία που επεκτάθηκε από Συρία και Αίγυπτο μέχρι τα χιονισμένα βουνά της Κεντρικής Ασίας και την Κίνα.

Κοπάδι με γιακ κατέβηκε από τα 4.000 μέτρα στα 3.500 μέτρα για βοσκή. Το βλέμμα του θηλυκού για μπροστά στην φωτογραφία ήταν εκφραστικά απορημένο καθώς με παρατηρούσε για αρκετά λεπτά προτού αποφασίσει να με πλησιάσει με ελαφρύ χαριτωμένο καλπασμό.

Μια χιλιετία αργότερα, στα δυτικά της ερήμου Τακλαμακάν, λειτούργησε στα 3.500 μέτρα ένα πέτρινο κτήριο όπου έβρισκαν κατάλυμα εύποροι έμποροι που ακολουθούσαν τον Δρόμο του Μεταξιού.
Επρόκειτο για το περιβόητο Τας Ραμπάτ (στην κιργιζική, γλώσσα της τουρκικής οικογένειας γλωσσών, θα πει «Πέτρινο Φρούριο»), ένα οχυρωμένο καραβάν σαράι ανάμεσα σε χιονισμένες κορυφές, ποτάμια, διάσελα και λίμνες, όπου ζούσαν νομάδες και κτηνοτρόφοι, άλογα, αγελάδες, αιγοπρόβατα και γιακ.

Για αιώνες, το εμπόριο μεταξύ Κίνας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης εκινείτο κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού.
Μία από τις κύριες διαδρομές του περνούσε από τα εδάφη του σημερινού Κιργιζστάν.

Τα καραβάνια πηγαινοέρχονταν σε χιλιάδες χιλιόμετρα μήκος προς όλες τις κατευθύνσεις και οικονομίες ολόκληρες συντηρούνταν από τα πολύτιμα αγαθά που διακινούνταν.

Το Τας Ραμπάτ με φόντο ένα ερειπωμένο φρούριο στο βάθος

Αντίξοες καιρικές συνθήκες, εξουθενωτικές διαδρομές, ληστές που καραδοκούσαν, αλλά και πρακτικές ανάγκες, όπως ύπνος και φαγητό, ήταν λόγοι για τους οποίους διάφοροι τόποι στο μήκος του Δρόμου του Μεταξιού χρησίμευσαν ως καταλύματα για εμπόρους, ζώα και εν γένει καραβάνια. Χάρη σε αυτά τα καταλύματα, οργανώθηκαν πόλεις, αρκετές από τις οποίες αναπτύχθηκαν στη συνέχεια και σήμερα έχουν επεκταθεί και εκμοντερνιστεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καραβάν σαράι. Άλλα έχουν διατηρηθεί, ενώ από άλλα έχουν απομείνει ερείπια.

Ένα τέτοιο είναι το Τας Ραμπάτ, από όπου περνούσαν καραβάνια μεταξύ κοιλάδας Φεργκάνα στα ανατολικά του Ουζμπεκιστάν και Κάσγκαρ στην Κίνα. Τα καραβάνια που έφθαναν στο Τας Ραμπάτ είχαν περάσει προηγουμένως από το επικίνδυνο θρυλικό στενό Τορουγκάρτ στα ανατολικά, σύνορο με Κίνα, και θα συνέχιζαν για τα βουνά Τιάν Σαμ, οπότε, είτε εκινούντο από ανατολικά προς τα δυτικά είτε αντίθετα, το Τας Ραμπάτ αποτελούσε «όαση» ηρεμίας και ανάπαυσης σε μια εξαιρετικά δύσκολη όσο και επικίνδυνη διαδρομή.

Στους δαιδαλώδεις πετρόχτιστους διαδρόμους του πέτρινου φρουρίου / απ’ όπου θα πέρασαν χιλιάδες έμποροι του Δρόμου του Μεταξιού

Το 1888, ο Ρώσος γιατρός και περιηγητής Νικολάι Λβόβιτς Ζέλαντ διατύπωσε μια θεωρία, ότι αυτό το καραβάν σαράι είχε λειτουργήσει νωρίτερα ως μοναστήρι είτε Νεστοριανών είτε Βουδιστών μοναχών. Τέλος δεκαετίας 1970 με αρχή 1980, το Ινστιτούτο Ιστορίας της Ακαδημίας Επιστημών του Κιργιστάν, της χώρας (τότε Σοβιετικής Δημοκρατίας) όπου βρίσκεται το Τας Ραμπάτ, συμπέρανε μετά από έρευνες, και παρ’ ότι στις ανασκαφές δεν είχαν βρεθεί αντικείμενα χριστιανικής λατρείας, ότι αυτό είχε πρωτολειτουργήσει τον 9ο με 10ο αιώνα ως μοναστήρι Νεστοριανών. Οι «αιρετικοί» οπαδοί του Νεστόριου εκινούντο μετά την εκδίωξή τους σταθερά προς ανατολάς, μέχρι την Κίνα, και ως εκ τούτου το Τας Ραμπάτ υπήρξε σταθμός του ιεραποστολικού τους έργου. Η θεωρία ότι πριν τους Νεστοριανούς μόναζαν εκεί Βουδιστές καλόγεροι δεν είναι απίθανη, καθώς έχουμε παραδείγματα στην Κίνα όπου βουδιστικές σκήτες χρησιμοποιήθηκαν αργότερα και από Χριστιανούς μοναχούς, αφού και οι βουδιστές μοναχοί και οι χριστιανοί θεωρούσαν απαραίτητη την άσκηση σε αντίξοες συνθήκες και εγκράτεια.

Οι σπηλιές χρησιμοποιήθηκαν ως σκήτες, βιβλιοθήκες λατρευτικών κειμένων και ξενώνες. Και το Τας Ραμπάτ ήταν ιδανική τοποθεσία, αφού η διέλευση εμπόρων ήταν καλή ευκαιρία διάδοσης, μέσω προσήλυτων, του Νεστοριανισμού. Μάλιστα, οι τελευταίοι άφησαν σημαντικό πνευματικό και πολιτιστικό έργο (ακόμη και δημιουργία τοπικών αλφαβήτων) και θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν εκχριστιανίσει τεράστιες περιοχές στα τοχαρικά βασίλεια κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού αν δεν επεκτεινόταν ραγδαία το Ισλάμ στην Κεντρική Ασία και δεν εδιώκετο τον 9ο αιώνα ο Χριστιανισμός στην Κίνα.

Άλογα, βουβάλι, αιγοπρόβατα έκλειναν κάθε τόσο τον δρόμο για το απόμακρο Τας Ραμπάτ.

Τον Οκτώβριο του 2017 βρέθηκα στην πρωτεύουσα του Κιργιστάν, το Μπισκέκ από όπου προγραμμάτισα να επισκεφθώ το Τας Ραμπάτ, 429 χιλιόμετρα νοτιότερα ή εξήμισι ώρες οδικώς, οι οποίες θα γίνονταν περισσότερες καθώς αποφάσισα να κάνω μια παράκαμψη προκειμένου να επισκεφθώ ένα ακόμη αξιοθέατο, τον πύργο Μπουράνα. Βάσει του προγράμματος, μετά το Τας Ραμπάτ θα συνέχιζα για την πιο κοντινή πόλη, το Ναρύν, σε απόσταση 90 χιλιομέτρων και από εκεί νοτιότερα, στο Ος, παίρνοντας τον δρόμο που οδηγεί στο Τατζικιστάν.

Βροχές και κατολισθήσεις όμως έκλεισαν τον δρόμο μεταξύ Τας Ραμπάτ και Ος, ο οποίος είχε ήδη γίνει παλαιότερα προβληματικός μετά από ισχυρό σεισμό, με αποτέλεσμα να πρέπει να επιστρέψω στο Μπίσκεκ και από εκεί να επιλέξω είτε 20ωρη οδική διαδρομή για Ος είτε μια σύντομη πτήση. Η προοπτική αυτή πάντως δεν με αποθάρρυνε του να επιμείνω στο αρχικό πρόγραμμα να επισκεφθώ το Τας Ραμπάτ, αφού η ιστορία με τους Νεστοριανούς και τον Δρόμο του Μεταξιού με είχε γοητεύσει.

Ξεκίνησα από το Μπισκέκ ξημερώματα, με ταξί που είχα κλείσει από την προηγούμενη. Η διαδρομή ήταν συναρπαστική. Ήταν σαν να έχω περάσει από διαφορετικές χώρες και περιοχές. Από την ζεστή και μοντέρνα κιργίζια πρωτεύουσα, πέρασα μικρά γραφικά χωριά ολόγυρα και ειδυλλιακές λίμνες με ήρεμα γαλανά νερά. Σταδιακά το τοπίο άλλαζε. Ο ορίζοντας καλυπτόταν σιγά σιγά από πετρώδεις οροσειρές και έρημες εκτάσεις. Αυτές έδωσαν τη σειρά τους σε στενά διάσελα ανάμεσα σε ψηλά βουνά στα οποία κυριαρχούσαν χιονισμένες βουνοκορφές. Έκανα στάσεις σε λίμνες και μικρά ρυάκια, απ’ όπου ξεκινούσαν μεγάλα ποτάμια, και σταδιακά ο ορίζοντας χανόταν.

Το μάτι δεν έβλεπε πέρα από χιονισμένα βουνά, τα οποία περνούσα ακολουθώντας στενούς δρόμους με συνεχείς στροφές οι οποίες οδηγούσαν στο ίδιο απαράλλαχτο φόντο, αδιαπέραστο από χιονισμένες κορυφές. Κάποια στιγμή πρόσεξα καταυλισμό με γιούρτες και κοπάδια με αιγοπρόβατα και γιακ στα στενά υψίπεδα που σχηματίζονταν για βοσκή.

Τελευταία ανθρώπινη παρουσία 1 με 1,5 ώρα πριν φθάσουμε στον προορισμό, παράγκες αυτοσχέδια μαγειριά για τους σύγχρονους ταξιδιώτες του Δρόμου του Μεταξιού.

Νωρίς το απόγευμα έφθασα στο Τας Ραμπάτ, κάπου στη μέση του πουθενά αφού το πιο κοντινό κατοικημένο μέρος είναι ένα μικρό χωριό, το Ατ Μπάσι, στα 60 χιλιόμετρα. Το ύψους 20 μέτρων καλοσυντηρημένο κτήριο από πέτρα ομοιόχρωμη με τα βουνά στο βάθος, βρισκόταν εν μέσω πράσινων πλαγιών και χιονισμένων κορυφών ολόγυρα που συνέθεταν ένα «αλπικό» τοπίο. Μέγεθος, ύψος, συμμετρία, σχεδόν τετράγωνο, και αρμονία με τον χώρο καθώς έμοιαζε με προέκταση του εδάφους, μου φάνηκαν, το λιγότερο, εντυπωσιακά.

Μετά από ολιγόλεπτο ψάξιμο βρήκα τον φύλακα, ο οποίος έμενε κοντά, για να έλθει με τα μεγάλα κλειδιά να ανοίξει την βαριά πύλη του κτηρίου. Μπαίνοντας πέρασα από το δυνατό φως που αντανακλούσαν παντού τα χιόνια ολόγυρα, στο βαθύ σκοτάδι εσωτερικά. Σκοτεινά χαμηλοτάβανα περάσματα, πολλά από τα οποία οδηγούσαν σε μια μεγάλη αίθουσα που φωτιζόταν από παράθυρα – τετράγωνες τρύπες ανοιγμένες ψηλά, κοντά στην οροφή. Ήταν πολύ ιδιαίτερη και μαγευτική η εμπειρία να είμαι εντελώς μόνος σε ένα τεράστιο κτήριο σε έρημο μέρος, να περπατώ σε υπόγειους λαβύρινθους, να περνώ τοξωτές εισόδους, να σκύβω για να διαβώ σκοτεινούς διαδρόμους, να μπω σε κελιά, αποθηκευτικούς χώρους και υπνοδωμάτια. Το κτήριο – λαβύρινθος αποτελείτο από 33 δωμάτια, των οποίων οι τοίχοι είναι χτισμένοι με μεγάλες πέτρινες πλάκες, όπως και τα πατώματα και οι οροφές. Αρκετές αίθουσες μου φάνηκαν ενδιαφέρουσες.

Γιούρτες, οι χαρακτηριστικές κυκλοτερείς σκηνές της κεντρικής Ασίας προς το τέλος της διαδρομής

Από τη μεγάλη αίθουσα όπου συγκεντρώνονταν γύρω από αναμμένη φωτιά οι έμποροι ή θα συμμετείχαν σε κοινές θρησκευτικές τελετές, μέχρι το κελί με το βαθύ πηγάδι όπου φυλάκιζαν τους κλέφτες. Και όλα αυτά να τα βλέπω όπως ήταν τον Μεσαίωνα, με τις μυστικές εξόδους ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό. Έχοντας δει δεκάδες καραβάν σαράι, μου προξένησε εντύπωση η απουσία αυλής. Το τυπικό καραβάν σαράι έχει μια αυλή στο εσωτερικό του, ένα αίθριο όπου μαζεύονταν οι έμποροι και κουβέντιαζαν, έτρωγαν και έπιναν τσάι. Παρά ταύτα, η αρχιτεκτονική μού φάνηκε ιδιαίτερη και σίγουρα θα δούλεψαν έμπειροι αξιόλογοι τεχνίτες για την κατασκευή, για την οποία ωστόσο ελάχιστα γνωρίζουμε. Βάσει αρχείων, χτίστηκε κατ’ εντολήν του τοπικού κυβερνήτη Μωχάμεντ Χαν. Υπάρχει όμως και ένας τοπικός θρύλος.

Σύμφωνα με αυτόν, το κτήριο το έχτισαν δύο άνδρες, πατέρας και γιος. Καθώς είχαν σχεδόν τελειώσει και απέμενε μόνο η κατασκευή του θόλου στην οροφή, είδαν από μακριά ένα καραβάνι. Τότε ο γιος είπε στον πατέρα του ότι πάει να δει ποιοι ήταν, χωρίς να ακούσει την προτροπή του να τελειώσουν πρώτα τον θόλο. Ο γιος έφυγε, αλλά δεν επέστρεψε. Όπως μαθεύτηκε αργότερα, η αιτία ήταν μια όμορφη κοπέλα,η οποία τράβηξε το ενδιαφέρον του νεαρού χτίστη. Αυτή ήταν και η αιτία που το Τας Ραμπάτ δεν διαθέτει θόλο.

Μπορεί ο θρύλος των δύο οικοδόμων να αποτελεί μια μικρή ψηφίδα στο τεράστιο ψηφιδωτό των ιστοριών, των θρύλων και της ρομαντικής ταξιδιωτικής φαντασίας που ταυτίζονται στο μυαλό πολλών με τον Δρόμο του Μεταξιού, ωστόσο, χάρη στη διαδρομή ανάμεσα σε ποτάμια, χιόνια, κατολισθήσεις από βροχές, άλογα να κλείνουν τους δρόμους και χωρίς ίχνος ανθρώπου για πολλά χιλιόμετρα, διαπίστωσα πως η πραγματικότητα θα ήταν εντελώς διαφορετική. Πεζοπορία ή πάνω σε ζώα, καιρικές συνθήκες, αποστάσεις και κίνδυνοι έκαναν τα καραβάνια σκληρή και δύσκολη υπόθεση. Πολλοί πέθαιναν σε αφιλόξενες περιοχές, λόγος για τον οποίο το εμπόριο μεταξύ και Ασίας και Ευρώπης ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρο. Κάτι πάντως που έχει παρεξηγηθεί είναι η πορεία του Δρόμου του Μεταξιού. Δεν υπήρχε μόνο μία. Υπήρχαν πολλές σχηματίζοντας ολόκληρο εμπορικό δίκτυο, με επιμέρους διαδρομές να ενώνονται και ξανά να αποκλίνουν για τόπους όπου κατέληγε κάποια τρίτη διαδρομή.

Η βόλτα ολόγυρα ήταν συναρπαστική, μια ιδιαίτερη αίσθηση, όμως το υψόμετρο άρχισε να με δυσκολεύει στην αναπνοή που γινόταν λαχανιαστά. Αυτό δεν με απέτρεψε του να πλησιάσω τα συμπαθητικά μαλλιαρά γιακ, τα άλογα και χιονισμένες κορυφές για να θαυμάσω τη θέα.

Με επόμενο και τελευταίο σταθμό μου στο Κιργιζστάν το Ος στον Νότο, έως εκείνη τη στιγμή η διαδρομή και η επίσκεψη στο Τας Ραμπάτ ήταν η πιο αξέχαστη εμπειρία μου στη χώρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s