ΤΑΞΙΔΙΑ

Μπαλασαγκούν: Στην πρωτεύουσα του χανάτου των Καραχανιδών

Η οροσειρά Τιεν Σαν στο βάθος όπως φαίνεται από την οροφή του πύργου Μπουράνα.

Το χωριό που ως πόλη κάποτε γνώρισε Σκύθες, Σογδιανούς, Τούρκους και Κιργίζιους

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στους περιορισμούς ενός περίκλειστου χερσαίου περιβάλλοντος και στις ευκαιρίες που προσφέρουν τα θαλάσσια ανοίγματα αποτελούν συνήθη βάση ανάλυσης στρατηγικών επιδιώξεων και τακτικών επιλογών, αλλά και αντιθέσεων μεταξύ των ηπειρωτικών και των ναυτικών δυνάμεων στη γεωπολιτική.

Η αντιπαράθεση αυτή μπορεί να ξεκινά από τους κόλπους ενός ενιαίου εθνικού χώρου, όπως συνέβαινε στον ελληνικό κόσμο της αρχαιότητας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνη μεταξύ των πόλεων – κρατών της Σπάρτης και της Αθήνας και να φθάνει στους κόσμους που συγκρούστηκαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και αμέσως μετά στον Ψυχρό Πόλεμο. Αθήνα, θαλασσοκράτειρα Βρετανία, ΝΑΤΟ είναι τρία αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της μίας πλευράς, Γερμανία και Ρωσία της άλλης.

Πολύ πριν από τους Αγγλοσάξονες, τον ρόλο της θαλάσσιας υπερδύναμης διαδραμάτισαν οι Έλληνες. Αυτοί κυριαρχούσαν στη θάλασσα ελέγχοντας από περάσματα τα οποία κατακτούσαν με πολέμους σαν αυτούς που ενέπνευσαν την Ιλιάδα μέχρι και θαλάσσιες εμπορικές οδούς ή ακόμη ιδρύοντας αποικίες. Έτσι, ελληνική γλώσσα και πολιτισμός υποστήριξαν την πρώτη μορφή της παγκοσμιοποίησης, την οποία εξέλιξε και ενίσχυσε το ρωμαϊκό ιμπέριουμ με σημείο αναφοράς τη Μεσόγειο, το «mare nostrum».

Αν όμως η Μεσόγειος ήταν το κέντρο του κόσμου για την παγκόσμια ιστορία (παρότι και σε άλλες θάλασσες της υφηλίου διεξαγόταν εμπόριο, αυτές δεν είχαν την πολιτική, πολιτιστική και πνευματική σπουδαιότητα της Μεσογείου, που γέννησε φιλοσόφους, ιστορικούς, τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό ή τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), ένα από τα σημαντικότερα «έπαθλα» που για αιώνες διεκδικούσαν οι «χερσαίες» υπερδυνάμεις ήταν η Κεντρική Ασία.

Προτού ακόμη η αχανής αυτή περιοχή αποτελέσει πεδίο συμμαχιών, τριβών και συγκρούσεων για τους ενεργειακούς δρόμους, προσέλκυε το ενδιαφέρον πλήθους βασιλείων και ενοτήτων και ο προφανής λόγος δεν ήταν άλλος από τον Δρόμο του Μεταξιού.

Η θαμμένη ακρόπολη

Σογδιανός κοσμοπολιτισμός

Ένα κεντροασιατικό έθνος που ίσως θα μπορούσε κάποιος να παρομοιάσει με τους Έλληνες ήταν οι Σογδιανοί. Όπως και οι Έλληνες, δεν συγκροτήθηκαν σε ενιαίο κράτος, αλλά σε κρατίδια. Σε αντίθεση με τις μεγάλες ηπειρωτικές δυνάμεις, όπως ο Ταμερλάνος, ο Αουρανγκζέμπ ή ο Τζένγκις Χαν, χαρακτηρίζονταν από έναν εμπορικό κοσμοπολιτισμό. Αυτοί ήταν Ινδοευρωπαίοι, ένας ανατολικός ιρανικός κλάδος που ζούσε στα εδάφη του σημερινού Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν και στο δυτικό τμήμα της Κιργιζίας. Η Σογδιανή αναφέρεται στο ιερό βιβλίο των Ζωροαστρών, την Αβέστα, ως δεύτερη πατρίδα της υπέρτατης θεότητάς τους, του Άχουρα Μάζντα, μετά την Αϊρυάνεμ Βάετζα, την «Πατρίδα των Αρίων». Η Σογδιανή, που έως τότε κατοικούνταν κυρίως από νομάδες, κατακτήθηκε το 328 π.Χ. από τον Αλέξανδρο και έκτοτε υπήρξε τμήμα του Ελληνο-βακτριανού Βασιλείου και της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών.

Οι Σογδιανοί, ανήσυχα πνεύματα, επάνδρωσαν σημαίνουσες θέσεις στον κινεζικό στρατό επί δυναστείας Τανγκ, ενώ έμποροι και διπλωμάτες τους ταξίδευαν έως το Βυζάντιο. Με έδρα τη Μαρακάντα, την σημερινή Σαμαρκάνδη, οι Σογδιανοί έμποροι ήταν από τους πιο δραστήριους στον Δρόμο του Μεταξιού. Το κινεζικό «Σούι Σου» ή «Βιβλίο των Σούι», το οποίο ολοκληρώθηκε το 636, τους αναφέρει ως επιδέξιους και περιζήτητους εμπόρους και δεν είναι τυχαίο ότι τον 4ο αιώνα μονοπωλούσαν το εμπόριο μεταξύ Ινδίας και Κίνας.

Αν βρέθηκαν τον 20ό αιώνα ρωμαϊκά νομίσματα στην Κίνα, αυτό οφειλόταν στους Σογδιανούς εμπόρους. Ανάμεσα σε τόσες εθνότητες, επόμενο ήταν να ακολουθήσουν πολλές θρησκείες και δόγματα, όπως ο ζωροαστρισμός, ο μανιχαϊσμός, ο νεστοριανισμός και ο βουδισμός.

Ο σογδιανός πολιτισμός παρήκμασε με την επιβολή του ισλάμ και ακολούθως με την κατάρρευση της Σαμανιδικής Αυτοκρατορίας το 999 και την αντικατάσταση της σογδιανής γλώσσας από περσικές και κυρίως τουρκικές. Η λέξη «Σογδιανή» έχει την ίδια ρίζα με το σκυθικό «Σκούντα», που θα πει «τοξότης», και το «σκουντ», που θα πει «στόχευση / βολή».

Οι Σογδιανοί μιλούσαν μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα της ύστερης αρχαιότητας, ενώ χρησιμοποιούσαν, εκτός από το σογδιανό αλφάβητο, και δύο σημιτικά, το συριακό και το μανιχαϊκό, όλα φοινικικής καταγωγής, τα οποία είχαν γραφή από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το δε σογδιανό αλφάβητο υπήρξε πρόγονος του παλαιού τουρκικού αλφαβήτου, του παλαιού μογγολικού και του Μαντσού, το οποίο μιλούν ακόμη Τουνγκούσιοι της Κίνας, 56 επίσημα αναγνωρισμένες εθνότητες από το Ξινγιάνγκ μέχρι το Τζιλίν στα σύνορα με την Βόρεια Κορέα και το οποίο γράφεται από πάνω προς τα κάτω σε στήλες που ξεκινούν από τα αριστερά προς τα δεξιά.

Μπαλμπάλ με επιγραφή σε τουρκογενή γλώσσα

Από τους Σκύθες στους Ουιγούρους

Στην Κιργιζία ζούσαν οι Σκύθες. Όταν αυτοί εξαφανίστηκαν, κατέβηκαν τον 13ο αιώνα από τον Νότο της Σιβηρίας, το Τουβάν, οι Κιργίζιοι. Το 1876 η Κιργιζία ενσωματώθηκε στη Ρωσία και ακολούθως στην ΕΣΣΔ. Η Κιργιζία παραμένει πολυεθνική με Κιργίζιους, Γερμανούς, Κούρδους, Τσετσένους, Πολωνούς και Εβραίους που εστάλησαν από το σοβιετικό καθεστώς, ενώ έφθασαν Ουιγούροι και Ντού γκαν Κινέζοι μουσουλμάνοι.

Μία από τις πόλεις της Σογδιανής που επισκέφθηκα ήταν το Μπαλασαγκούν, πρωτεύουσα του Καρα-Χανιδικού Χανάτου, τουρκικής δυναστείας που κυβερνούσε την ευρύτερη Υπεροξιανή σε μια έκταση 3.000.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων που περιλάμβανε εδάφη ανήκοντα σήμερα σε Αφγανιστάν, Κίνα, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, Κιργιζία, Καζακστάν και Τατζικιστάν, από τον 10ο αιώνα έως το 1134, οπότε η πόλη κατελήφθη από το Καρα-Χιτανικό Χανάτο.

Αυτό απέκτησε τέτοια ισχύ, ώστε οι Ευρωπαίοι και οι λαοί της κεντρικής και δυτικής Ασίας να αποκαλούν την Κίνα με το χιτανικό όνομά της, Καθάι. Το Μπαλασαγκούν καταλήφθηκε σε λιγότερο από έναν αιώνα μετά, το 1218, από τους Μογγόλους, οι οποίοι το ονόμασαν «Γκομπάλικ», που θα πει «Ωραία Πόλη», και ενώ στην εποχή τους ζούσαν ακόμη νεστοριανοί πληθυσμοί, νεκροταφεία των οποίων χρονολογούνται ακόμη και έως τον 14ο αιώνα, όταν η πόλη παρήκμασε και δεν ήταν πλέον παρά ένα μικρό χωριό με αμέτρητα ερείπια. Ακόμη και σήμερα παραμένει ένα χωριό της Κιργιζίας.

Με φόντο τον πύργο Μπουράνα.

Ο πύργος Μπουράνα

Στα 70 χιλιόμετρα από το Μπισκέκ και στα 12 χιλιόμετρα από την πόλη Τοκμόκ, στην Κοιλάδα Τσούυ, ο Πύργος Μπουράνα είναι ό,τι έχει απομείνει από την αρχαία πόλη Μπαλασαγκούν, κάποτε τμήμα του χανάτου που κυριαρχούσε μεταξύ 9ου και 11ου αιώνα και ισοπεδώθηκε από τους Μογγόλους τον 13ο αιώνα και συγκεκριμένα το 1218. Τον 14ο αιώνα η πόλη καταστράφηκε και έπεσε σε μαρασμό. Τον 20ό αιώνα οι Ρώσοι άρχισαν απρόσεκτα να κομματιάζουν τον πύργο χρησιμοποιώντας τα τούβλα του για οικοδομικά υλικά. Τη δεκαετία του 1970 άρχισε πρόγραμμα για να αποκατασταθεί ο μιναρές, ενώ άνοιξε για το κοινό ο γύρω χώρος ως ένα υπαίθριο μουσείο.

Ανέβηκα στην κορυφή από τα 88 στενά σκαλιά, στην εσωτερική σκάλα στενή και σκοτεινή, που δεν ενδείκνυται για κλειστοφοβικούς. Το παράδοξο είναι πως τα σκαλιά ξεκινούν αρκετά πάνω από το έδαφος και γι’ αυτό ανεβαίνουν οι επισκέπτες από μια ελικοειδή μεταλλική σκάλα στην είσοδο του πύργου. Από την οροφή έβλεπα σε 360 μοίρες φάρμες, τα βουνά Τιάν Σαν και την κοιλάδα, ενώ το φόντο απλωνόταν στο βάθος μέχρι το Καζακστάν.

Οι κάτοικοι της περιοχής, υποδέχτηκαν το ισλάμ ως επίσημη θρησκεία τον 10ο αιώνα. Ο πρωτότυπος πύργος ήταν μιναρές, διακοσμημένος με γεωμετρικά σχέδια πάνω σε τούβλα, χτίστηκε τον 11ο αιώνα σε ύψος 44 μέτρων, αλλά έπεσε θύμα πολέμων και στοιχείων της φύσης καθώς και ενός καταστρεπτικού σεισμού του 1450 με αποτέλεσμα μόλις που να φθάνει σήμερα τα 25 μέτρα. Από εδώ περνούσαν καραβάνια που έκαναν εμπόριο ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία στον Δρόμο του Μεταξιού.

Ο θρύλος της Μονάρα και της αράχνης

Ο θρύλος, ο οποίος θυμίζει το παραμύθι της Ωραίας Κοιμωμένης, λέει ότι εδώ πέθανε μια πριγκίπισσα, η Μονάρα, κόρη ενός πανίσχυρου χάνου, από τσίμπημα αράχνης. Το όνομα προέρχεται από το «μονάρα» και από αυτήν η λέξη μιναρές. Ο χάνος ήθελε να την προστατεύσει όταν ένας μάντης προέβλεψε πως θα έχει μια ευτυχισμένη αλλά σύντομη ζωή και πριν κλείσει τα 16 της θα είχε έναν τραγικό θάνατο. Έτσι, έχτισε τον πύργο και έβαλε την κόρη του μέσα φτιάχνοντας τέσσερα παράθυρα, ένα σε κάθε σημείο του ορίζοντα.

Οι υπηρέτες της έφερναν φαγητό και νερό με ένα καλάθι, ώστε κανείς να μην μπαίνει στο δωμάτιο. Την ημέρα των 16ων γενεθλίων της, πανευτυχής ο χάνος που η προφητεία δεν βγήκε αληθινή, της πήγε ο ίδιος ένα καλάθι με φρούτα, της το πρόσφερε και τη φίλησε. Αυτή όμως έπεσε νεκρή. Ψάχνοντας το καλάθι βρήκε μέσα μια δηλητηριώδη μαύρη αράχνη.

Η επίδραση των Νεστοριανών είναι εμφανής στο κύπελλο το οποίο κρατά το ανθρωπόμορφο πετρόγλυφο.

Μπαλμπάλ και Κουργκάν

Πέρα από τον μιναρέ, όλος ο χώρος αποτελεί ένα υπαίθριο μουσείο με περισσότερα από 50 μπαλμπάλ και πετρόγλυφα μεταξύ 6ου και 10ου αιώνα, με σμιλεμένα σκουλαρίκια, όπλα και ζώνες προς τιμήν ντόπιων πολεμιστών. Άλλα είχαν τσιγκελωτά μουστάκια με πεταχτά μάγουλα, άλλα γενειάδα, κάποια κρατούσαν κύπελλο κρασιού στο χέρι, κάτι που πιθανότατα απηχεί την παρουσία των Νεστοριανών στην περιοχή και άλλα χαμογελούσαν.

Μπαλμπάλ είναι μια ανθρωπόμορφη πέτρινη επιτύμβια στήλη που χρησιμοποιούνταν από τους Τούρκους όταν περιπλανιούνταν στην Κεντρική Ασία αιώνες πριν. Οι στήλες αυτές τοποθετούνταν είτε στην κορυφή είτε ολόγυρα των ταφικών σορών γνωστών ως «κουργκάν», ενώ πολλοί αρχαιολόγοι και ανθρωπολόγοι έχουν βασιστεί στη λεγόμενη Στεπική Θεωρία «Κουργκάν» για να αποδείξουν ότι κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων είναι η κεντρική Ασία.

Κύριος εκφραστής της θεωρίας ήταν η εξέχουσα Λιθουανή αρχαιολόγος Μαρίγια Γκιμπούτας του Χάρβαρντ και από τους πιο πρόσφατους εκφραστές της ο ειδικός στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες Αμερικανός ανθρωπολόγος και αρχαιολόγος Ντέιβιντ Άντονι. Τα μπαλμπάλ στήνονταν στους τύμβους από τη Χαλκολίθινη περίοδο, περί το 4000 π.Χ. στην Ουκρανία έως τον Μεσαίωνα. Ο περίπατος ανάμεσα σε αυτές τις σκαλισμένες ανθρωπόμορφες πέτρες, φάτσες ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. Αξίζει επίσης η επίσκεψη στο εκεί μουσείο που διαθέτει μικρή συλλογή με χειροτεχνήματα που ανακαλύφθηκαν ολόγυρα στο συγκρότημα.

Το μπαλμπάλ είναι τουρκογενής λέξη που σημαίνει «πρόγονος» ή «παππούς», ενώ σύμφωνα με άλλη θεωρία προέρχεται από το μογγολικό «μπαριμάλ», που σημαίνει «χειροποίητο άγαλμα». Τέτοια, με διάφορες ονομασίες, όπως είναι οι «τούμουλι» (από το λατινικό «τούμουλου», που σημαίνει «λοφίσκος» και «τύμβος»). Τέτοια βρίσκονται σε Σουηδία, Πρωσία, Νότια Σιβηρία, Νότια Ρωσία, Μογγολία, Ουκρανία, Τουρκία. Αρχικά τιμούσαν τον νεκρό.

Αρχαίες μυλόπετρες

Γίνονταν θυσίες και δίπλα σε βάζο τοποθετούνταν η τέφρα του νεκρού μετά την καύση. Μια άλλη θεωρία θέλει τα μπαλμπάλ να ήταν αρχικά παραστάσεις που παράγγελναν οι νικητές στους καλύτερους τεχνίτες για τους εχθρούς τους που είχαν σκοτώσει.

Μεταξύ του πύργου και των μπαλμπάλ μεσολαβεί ένα χαμηλός λόφος 10 μέτρων που πιστεύεται πως καλύπτει το ανακτορικό συγκρότημα της Μπαλασαγκούν. Ίσως όταν βρεθούν χρήματα να γίνουν οι ανασκαφές. Φεύγοντας για τον Νότο της Κιργιζίας, η σκέψη μου αναγκαστικά ήταν στο πώς εξαφανίστηκαν ολόκληρες αυτοκρατορίες. Από την πρωτεύουσα ενός βασιλείου που εκτεινόταν από την Κίνα μέχρι την Αράλη, και από όπου πέρασαν χιλιάδες έμποροι ακολουθώντας τον Δρόμο του Μεταξιού, ελάχιστα απέμειναν. Και ειδικά στο Μπαλασαγκούν, το μέρος που κάποτε περνούσαν για κέντρο του κόσμου και που σήμερα δεν είναι ούτε καν ένα μεγάλο χωριό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s