Uncategorized

Βλέποντας σινεμά στο Μπανγκλαντές

Βραδιά Ντάλιγουντ στην Ντάκα. Μια «copy culture» αντιγραφής του Μπόλιγουντ ή καλύτερα του Τόλιγουντ, της κινηματογραφικής βιομηχανίας της Καλκούτας

Κυριακή 17 Απριλίου 1898. Στο Κράουν Θίατερ, κοντά στο λιμάνι της Ντάκα, ο Χίρα Λαλ Σεν, ιδρυτής της εταιρείας Ρόιαλ Μπάιοσκοπ Κόμπανι, πραγματοποιεί την πρώτη προβολή κινηματογραφικής ταινίας στην Ανατολική Βεγγάλη, το μετέπειτα Μπανγκλαντές, την οποία διοργανώνει η Κινηματογραφική Εταιρεία Μπόρντφορντ.

Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του κινηματογράφου στο Μπανγκλαντές (ενώ είχε προηγηθεί τη Δευτέρα 4 Απριλίου μια ανεπίσημη προβολή στην τοπική υποδιοίκηση της Μπόλα, του μεγαλύτερου νησιού της Ανατολικής Βεγγάλης), του Ντάλιγουντ, όπως ονομάζεται, από το «Ντάκα» και την κατάληξη «-γουντ», κατά το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1919. Προβάλλεται το πρώτο βεγγαλέζικο φιλμ του βωβού κινηματογράφου «Ευλογείτε τον κόσμο” σε σκηνοθεσία του Τζότις Μπάνερτζι και παραγωγή της γαλλικής εταιρείας Μadden. Το 1928 θα προβληθεί η μικρού μήκους ταινία «Σουκουμάρι – Το καλό κορίτσι» και το 1931 έρχεται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία από την «East Bengal Cinematography Society» με την ονομασία «Ο τελευταίος ασπασμός».

Το 1947 θα λειτουργούν στην περιοχή, παραμονές της ανεξαρτησίας και της ανακήρυξης σε Ανατολικό Πακιστάν, το μετέπειτα Μπανγκλαντές, συνολικά 80 κινηματογραφικές αίθουσες. Μετά το «partition», τη διχοτόμηση των Βρετανικών Ινδιών σε ανεξάρτητη ινδουιστικής πλειονότητας Ινδία και σε ανεξάρτητο μουσουλμανικό Πακιστάν, το πρώτο φιλμ που προβάλλεται στο Ανατολικό Πακιστάν είναι το 1948 η επίσκεψη του Μοχάμαντ Αλί Τζίνα, ενώ το 1956 έρχεται και η πρώτη μεγάλου μήκους ομιλούσα ταινία στο Ανατολικό Πακιστάν «Μουχ ω Μουχός».

Μετά την ίδρυση του Μπανγκλαντές σημειώνεται άνθηση του κινηματογράφου με καλές κριτικές και εισπρακτική επιτυχία. Στα μεγάλα ονόματα περιλαμβάνονται ο σκηνοθέτης Αλαμγκίρ Καμπίρ τη δεκαετία του 1970 («Σιμάνα Περίγιε», «Μοχόνα», «Πορινίτα») και οι Τσάσι Ναζρούλ Ισλάμ, Ναράγιαν Γκος Μίτα, Σουμπάς Ντάτα, Αμπντουλάχ Αλ Μαμούν,  Άμτχζαν Χουσεΐν, Τζοχιρούλ Χακ.

Είναι η εποχή που οι θεατές πληρώνουν εισιτήρια κινηματογράφου στη μαύρη αγορά, σε επιτήδειους που τα προμηθεύονταν εγκαίρως για να τα μεταπωλήσουν, προκειμένου να παρακολουθήσουν την τελευταία επιτυχία του τοπικού σινεμά. Ειδικά δε την περίοδο του Ιντ, που εκτός από μεγάλη θρησκευτική εορτή των μουσουλμάνων είναι καινή εποχή που πρωτοπροβάλλονται αναμενόμενες επιτυχίες.

Τη δεκαετία του 1990 στις ταινίες δίνεται έμφαση σε χορό και μουσική με μίμηση των ινδικών ταινιών του Μπόλιγουντ, ενώ η δεκαετία του 2000 αποδεικνύεται ο ορισμός της παρακμής. Η αιτία συνοψίζεται στην οικονομική ένδεια. Εκεί που η κινηματογραφική βιομηχανία του Μπανγκλαντές γύριζε, στο τέλος δεκαετίας του 1990 με αρχές της δεκαετίας του 2000, γύρω στις 100 ταινίες τον χρόνο, λίγα χρόνια μετά έχει κατέβει σχεδόν στις μισές, με τις αίθουσες σινεμά να έχουν μειωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, από 1.500 σε μόλις 600.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008. Με 250 τάκα εισιτήριο, δηλαδή κάπου στα 3 ευρώ, ικανοποιώ την περιέργειά μου να μπω σε κινηματογράφο της Ντάκα για να παρακολουθήσω ταινία μπανγκλαντεσιανής παραγωγής. Τα βεγγαλέζικά μου δεν μου επιτρέπουν να καταλάβω τους διαλόγους, όμως το θέμα γίνεται αμέσως και κραυγαλέα αντιληπτό: ο καλός, ο κακός και το κορίτσι που σώζει ο καλός από τις ανήθικες ορέξεις του κακού. Λίγο συναίσθημα, λίγο δράση, λίγο τσαχπινιά της πρωταγωνίστριας και έτοιμο το φιλμ.

Ομολογώ πως δεν περίμενα ότι θα έμπαινα σε μια σχεδόν άδεια αίθουσα.  Ίσως να έφταιγε το ότι επέλεξα -στην τύχη, εννοείται- μια ταινία χαμηλής δημοφιλίας, ίσως όμως να οφειλόταν και στην κρίση που περνά ο κινηματογράφος στη χώρα. Ζήτημα ήταν πάντως να έχει γεμίσει το ένα τέταρτο της αίθουσας.

Το κοντράστ είναι έντονο με την εμπειρία που είχα παρακολουθώντας σινεμά στη γειτονική Ινδία, όπου έπεσα σε γεμάτες αίθουσες βλέποντας ταινίες για τις οποίες είχαν δαπανηθεί σαφώς πολλαπλάσια κεφάλαια. Η παρακμή αυτή αντανακλάται και στο κλείσιμο πολλών κινηματογραφικών αιθουσών, στη θέση των οποίων ανοίγουν εμπορικά κέντρα.

Ο κόσμος προτιμά, όπως διαπίστωσα, να βλέπει ινδικές ταινίες είτε μέσω δορυφορικής τηλεόρασης είτε μέσω πειρατικών dvd, μιας και, εξαιρέσει ελαχίστων ταινιών ετησίως, ο ινδικός κινηματογράφος απαγορεύεται στο Μπανγκλαντές, προκειμένου να διαφυλαχθεί ο ντόπιος από τον αφανισμό, αφού αδυνατεί να αντέξει στον ανταγωνισμό.

Ήδη Ινδοί ηθοποιοί όπως ο Σαρούχ Χαν, ο Σάλμαν Χαν ή η Αϊσβάρια Ράι είναι περισσότερο δημοφιλείς από τους ντόπιους. Αυτό καλλιεργεί και μια «copy culture» αντιγραφής του Μπόλιγουντ ή στην καλύτερη παρακολούθηση του Τόλιγουντ, της κινηματογραφικής βιομηχανίας της Καλκούτας και της ινδικής Δυτικής Βεγγάλης με την οποία το Μπανγκλαντές μοιράζεται γλώσσα, παράδοση, φύση και πολιτισμό.

Ποιος ξέρει όμως;  Ίσως πάλι ο ανταγωνισμός να ήταν μια καλή ευκαιρία να ξαναβρεί τη δυναμικότητά του το Ντάλιγουντ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s