ΤΑΞΙΔΙΑ

Μπαγκλαντές / Στις όχθες του ποταμού Σούρμα

Ποταμίσια δροσιά και θέα στη πόλη Σύλετ του Μπανγκλαντές

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2008.  Ύστερα από εξάωρη πρωινή διαδρομή με τρένο από Τσιταγκόνγκ, νοτιοανατολικά του Μπανγκλαντές, σχεδόν 430 χιλιόμετρα από τη Μιανμάρ, φθάνω στην Ντάκα. Με την ολιγόωρη αναμονή και τις 4,5 ώρες μέσα στο πρώτο μεσημεριανό λεωφορείο φθάνω μετά τις 7 το απόγευμα στο Σύλετ, όπως ονομάζεται αγγλοποιημένα η Σριχάτα, το «Ωραίο εμποροπάζαρο».

Έπειτα από πολύωρο ύπνο, απαραίτητο στον 23ο, πια, κατά σειρά σταθμό του ταξιδιού μου, ξεκινώ ξημερώματα Πέμπτης για περιήγηση στην πόλη των 450.000 κατοίκων στα βορειοανατολικά της χώρας, τελευταίο σταθμό στο Μπανγκλαντές προτού επιστρέψω στην Ινδία μέσω Ντάκα.

Από το ξενοδοχείο κατηφορίζω νότια τη διπλής κατεύθυνσης πολυσύχναστη Ζίντα Μπαζάρ, της οποίας η βόρεια προέκταση οδηγεί στο αεροδρόμιο. Στη σειρά παμπάλαια τριώροφα και τετραώροφα κτήρια, κάποια σχετικά σύγχρονα «γυάλινα», ενώ τεράστια πολύχρωμα διαφημιστικά πανό με ρεκλάμες στη βεγγαλική θυμίζουν αψίδες όπως στηρίζονται και στα δύο πεζοδρόμια.

Τα ντεσιμπέλ είναι λιγότερα από αυτά στο κέντρο της Ντάκα, ωστόσο παραμένουν πολλά. Παντού τρίκυκλα ποδήλατα ταξί με πολύχρωμες ζωγραφιές στο πίσω μέρος, που παριστάνουν από την Κααμπά μέχρι τοπικές ηρωίδες τηλεοπτικών σίριαλ, καθώς και μηχανάκια και κάποια λίγα αυτοκίνητα, ενώ πλήθος πεζοί πηγαινοέρχονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κάθε τόσο σταματώ για θέα και φωτογραφίες και μισή ώρα αργότερα στρίβω δεξιά, στη Σαχ Τζαλάλ, από τον σούφι του Ικονίου Χάζρατ Σαχ Τζαλάλ, ο οποίος, διασχίζοντας Μέση Ανατολή, Περσία, Κεντρική και Νότια Ασία, έφθασε στη Βεγγάλη, όπου διέδωσε το Ισλάμ. Το 1303 ήλθε στο Σύλετ, ενώ έδωσε το όνομά του στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας, στα βόρεια της Ντάκα, το «Διεθνές Αεροδρόμιο Χάζρατ Σαχτρζαχάλ».

Στρίβω, 20 λεπτά αργότερα, αριστερά στην οδό Σβίμα, που οδηγεί στη γέφυρα Κιν, κατά κάποιον τρόπο την «είσοδο» στην πόλη. Η 350 μέτρων μήκους κόκκινη μεταλλική γέφυρα οδηγεί στις νότιες συνοικίες και στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Απέναντι στη γέφυρα και τη νότια όχθη του Σούρμα στρίβω αριστερά και ξαναπερνώ από τον σταθμό των λεωφορείων όπου είχα φθάσει χθες. Κατευθύνομαι στην επόμενη γέφυρα ώστε να ξανανέβω στα βόρεια προς το κέντρο της πόλης. Προχωρώ κατά μήκος του ποταμού και το μεσημέρι φθάνω στη γέφυρα Σαχ Τζαχάλ, που οδηγεί στην ψαραγορά. Διακρίνεται από μακριά με τα χαρακτηριστικά άσπρα και κόκκινα κάγκελα. Δεξιά και αριστερά έχει πεζοδιαβάσεις και από μία λωρίδα για ποδήλατα ταξί και στη μέση δύο λωρίδες, ανόδου και καθόδου, για αυτοκίνητα και μηχανοκίνητα τρίκυκλα ταξί. Στο τέρμα της ξεκινούν εκατέρωθεν δενδροστοιχίες.

Παρατηρώ τις βάρκες που πηγαινοέρχονται από τη βόρεια όχθη στη νότια. Τις γυναίκες που πλένουν και κρεμούν την μπουγάδα σε χαμηλοτάβανες παράγκες, που όσο απομακρύνονται από την όχθη χάνονται μέσα σε βλάστηση με τροπικά δένδρα. Τα παιδιά που παίζουν με τα νερά του ποταμού.

Ο Σούρμα πηγάζει από τους λόφους της πολιτείας Μανιπούρ στα βορειοανατολικά της Ινδίας. Ξεκινά ως Μπάρακ, διχάζεται στον Κουσιγιάρα στα νότια και στον Σούρμα στα βόρεια, ο οποίος εισέρχεται στο Μπανγκλαντές και κατεβαίνοντας νοτιοδυτικά επανενώνεται με τον Κουσιγιάρα και καταλήγει στην κοίτη του Παλιού Βραχμαπούτρα ως Μέγκνα. Νοτιότερα εκβάλλει -περνώντας νοτίως της Ντάκα- στον Κόλπο της Βεγγάλης έχοντας διανύσει 946 χιλιόμετρα, τα 669 σε μπαγκλαντεσιανό έδαφος.

Στη διαδρομή του ο Σούρμα περνά από τα νότια του Σύλετ και την κατάφυτη από καλλιέργειες τσαγιού ολόγυρα κοιλάδα. Μπορεί να είναι «ζωοδότης» για φυτείες, ύδρευση και άρδευση ολόγυρα, όμως, τέλος Μαΐου με μέσα Οκτωβρίου, στους μουσώνες που προκαλούν το 80% των ετήσιων βροχοπτώσεων, είναι συχνότατες οι πλημμύρες.

Πρόβλημα είναι και η μόλυνση. Υπερπληθυσμός με οικιακά, βιομηχανικά και νοσοκομειακά απόβλητα ρυπαίνουν τον ποταμό. Πιο επικίνδυνη μόλυνση είναι η εξάπλωση αρσενικού στο ένα τέταρτο των υπόγειων υδάτων.

Αυτά όμως δεν εμποδίζουν κατοίκους και επισκέπτες να απολαύσουν και τα υπόλοιπα, πέραν την ύδρευσης και της άρδευσης, ευεργετήματα που παρέχει ο ποταμός. Εκτός από τη δροσιά που προσφέρει, διαπλέεται με βάρκες που παρέχουν θέα στις όχθες και την κορυφογραμμή της πόλης.

Ένα πολυτελές ποταμόπλοιο μήκους 30 μέτρων πραγματοποιεί κάθε βράδυ κρουαζιέρες μιάμιση ώρας, στις 6.30, ώρα ιδανική για φωτογραφίες, και στις 8.30, πιο «ατμοσφαιρική». Στα τρία καταστρώματα χωράνε περίπου 200 άτομα, με όχι ακριβό εισιτήριο. Η κρουαζιέρα των 6.30 κοστίζει μαζί με σνακ 4,50 ευρώ και των 8.30 με πλήρες δείπνο 6,50 ευρώ, αμφότερες με ορχήστρα.

Ύστερα από μισή ημέρα στο ποτάμι, ανηφορίζω ξανά βόρεια προς το κέντρο της πόλης με εικόνες και εντυπώσεις αξέχαστες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s