ΤΑΞΙΔΙΑ

Λιχτενστάιν: Στην χώρα των πλουσιότερων κατοίκων

Το ρολόι στην οροφή του δημαρχείου της Βαντούζ έδειχνε 12 το μεσημέρι όταν μια παρέα παιδιών περνούσαν με ποδήλατα μπροστά από το εμβληματικό, μουσταρδί χρώματος κτήριο. Όλα τους φορούσαν κοντομάνικα. Την ίδια ώρα, στην απέναντι πλευρά του δρόμου απολάμβανα το τσάι μου σε υπαίθριο καφέ αισθανόμενος για πρώτη φορά από το προηγούμενο καλοκαίρι τον ήλιο να με καίει. Μου φάνηκε αρκετά περίεργο να απολαμβάνω λιακάδα στο τέλος του χειμώνα, 4 Μαρτίου, στο Λιχτενστάιν, μια χώρα εκτεινόμενη στις Άλπεις και σε υψόμετρο πάνω από μισό χιλιόμετρο. Ακόμη περισσότερο, όταν μόλις 24 ώρες νωρίτερα βρισκόμουν στη γειτονική Ζυρίχη των -4 Κελσίου.

Το προτέρημα πόλεων – κρατών και κρατιδίων

Δημαρχειο Βαντούζ

Το κτήριο του δημαρχείου της Βαντούζ

Η λιακάδα δεν ήταν η μόνη ευχάριστη έκπληξη όσο έμεινα στο Λιχτενστάιν. Μια χώρα η οποία διαθέτει, σύμφωνα με κάποιους οργανισμούς, το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο και σύμφωνα με άλλους το δεύτερο υψηλότερο, 11 με 12 φορές πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο, επόμενο ήταν να έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους στο ταξίδι που έκανα στο τέλος του χειμώνα του 2018 έβαλα στο πρόγραμμα κρατίδια και πόλεις – κράτη της Ευρώπης που περιλαμβάνονται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, όπως το Λιχτενστάιν, το Μονακό, ο Άγιος Μαρίνος ή ακόμη και το Βατικανό, με τους ανυπολόγιστης αξίας θησαυρούς. Καθώς ταξίδι δεν είναι μόνο τουρισμός, ψυχαγωγία και διασκέδαση, αλλά και «πανεπιστήμιο» που προσφέρει γνώσεις, εμπνεύσεις, πληροφορίες, ιδέες που κανένα σχολείο δεν μπορεί να προσφέρει, είχα περιέργεια να επισκεφτώ τέτοια κρατίδια. Πόλεις – κράτη που για διάφορους λόγους οι οποίοι σχετίζονται με την ευελιξία στη χάραξη και τήρηση μιας κεντρικής στρατηγικής, με θεμιτά ή και λιγότερο θεμιτά μέσα, όπως για παράδειγμα οι φορολογικοί παράδεισοι, καταφέρνουν να προσφέρουν ένα αξιοζήλευτο επίπεδο ζωής στον πληθυσμό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις τρεις πρώτες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ φιγουράρουν Λιχτενστάιν, Λουξεμβούργο και Μακάο, ότι ο Άγιος Μαρίνος βρίσκεται υψηλότερα από την Ιταλία που τον περικλείει στον χάρτη, ότι η πόλη – κράτος Σιγκαπούρη βρίσκεται στην λίστα πάνω από Γερμανία, Φινλανδία, Βέλγιο και το Χονγκ Κονγκ πάνω από Ιαπωνία και Γαλλία.

Με τρένο και λεωφορείο

Βουλη αυτο

Το κτήριο του κοινοβουλίου στη Βαντούζ

Είχα επισκεφτεί στο παρελθόν τις πόλεις που προσφέρονται για εξόρμηση στο Λιχτενστάιν και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, σε απόσταση μικρότερη των τριών ωρών. Μόναχο στα βόρεια, Μιλάνο στα νότια, Ζυρίχη στα δυτικά και Ίνσμπρουκ στα ανατολικά, τέσσερις πλούσιες πόλεις ιστορικά ισχυρών κρατών σχηματίζουν έναν σταυρό με το Λιχτενστάιν στο κέντρο, κάτι που εξηγεί επίσης πολλά για την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Επέλεξα αυτή τη φορά τη μεγαλύτερη ελβετική πόλη ως βάση εξόρμησης, σε απόσταση μόλις 78 χιλιομέτρων, για το μικρό πριγκιπάτο των 40.000 κατοίκων. Ξεκίνησα 7.37 το πρωί, ακριβώς όπως έγραφε ο φωτεινός πίνακας στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ζυρίχης, τον Zürich Hauptbahnhof ή Zürich HB όπως τον γράφουν για συντομία. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους στον κόσμο, καθώς περιλαμβάνεται στη λίστα των 51 σταθμών με τη μεγαλύτερη διακίνηση επιβατών ή των έξι μεγαλύτερων εκτός Ιαπωνίας (χώρας που έχει τους 82 από τους 100 σιδηροδρομικούς σταθμούς με τη μεγαλύτερη δραστηριότητα παγκοσμίως), μαζί με τον Paris Nord, της Ταϊπέι, τον Gare de Chatelet επίσης στο Παρίσι, τον Roma Termini και τον Κεντρικό Σταθμό Αμβούργου. Έφτασα στις 8.32 στο Σαργκάνς, μια ελβετική κωμόπολη, και από εκεί, περπατώντας για λιγότερο από 3 λεπτά, έφτασα στην αφετηρία του τοπικού λεωφορείου, του 11, το οποίο αναχώρησε στις 8.44 για να με αφήσει στις 9.12 ακριβώς στο κέντρο της Βαντούζ. Συνολικός χρόνος διαδρομής, 1 ώρα και 35 λεπτά.

Πολιτισμός

Μποτεροq

Το μπρούτζινο άγαλμα του Φερνάντο Μποτέρο «Ruhende Frau» (“Ξαπλωμένη γυναίκα”), έργο του 1993, κοσμεί τον δημόσιο χώρο στο κέντρο της Βαντούζ χωρίς τον φόβο των βανδάλων που θα γνώριζε σε πρωτεύουσες όπως η Αθήνα.

Βγαίνοντας από το λεωφορείο, πρώτο αξιοθέατο που συνάντησα ήταν μια «Γκόρντα», ένα από τα χαρακτηριστικά αγάλματα με ευτραφή γυναικεία σώματα που έχει φιλοτεχνήσει ο Φερνάντο Μποτέρο και κοσμούν έναν διψήφιο αριθμό πόλεων ανά τον κόσμο, από τη γενέτειρά του Μεντεγίν μέχρι το Ντουμπάι και από το Ντένβερ του Κολοράντο μέχρι τη Σιγκαπούρη. Η ανακλινόμενη ευτραφής γυμνή «γκόρντα» της Βαντούζ, την οποία δημιούργησε ο Κολομβιανός καλλιτέχνης το 1993, είναι από ορείχαλκο και μαζί με την πλίνθινη βάση της φτάνει το 1,68 σε ύψος. Συμβολίζει δε την «κοιμώμενη ψυχή». Ως χαρακτηριστικό δείγμα μνημειακής γλυπτικής, βρίσκεται από το 2002 σε υπαίθριο χώρο, έξω από το Μουσείο Καλών Τεχνών του Λιχτενστάιν. Δεν μπορώ να πω ότι δεν ζήλεψα την τύχη όχι μόνο των Βαντουζιανών πολιτών, αλλά και όλων όσοι έχουν την ευκαιρία να θαυμάζουν καθημερινά από κοντά, σε δημόσιο χώρο, αριστουργήματα τέτοιων σημαντικών δημιουργών. Υπαίθρια αγάλματα του Μποτέρο έχω δει σε αρκετές πόλεις, μεταξύ των οποίων στο Μεντεγίν και στην Καρταχένα της Κολομβίας, πατρίδας του διάσημου ζωγράφου και γλύπτη, και σε κανένα από αυτά δεν έχω δει την παραμικρή μουτζούρα. Αυτομάτως αναρωτήθηκα ποια θα ήταν η τύχη μιας «γκόρντα» σε κάποιον υπαίθριο χώρο της ελληνικής πρωτεύουσας, όπου επί καθημερινής βάσεως γλυπτά και αγάλματα βανδαλίζονται, μουτζουρώνονται, ακρωτηριάζονται, αποκεφαλίζονται και ρυπαίνονται.

Επίσκεψη στο Μουσείο Τέχνης

Αξιοθέατο μέσα και έξω

Άγιος Φλορίν

Η νεογοτθική εκκλησία του Αγίου Φλορίν χτίστηκε το 1874 στην τοποθεσία μεσαιωνικών ερειπίων και από το 1997 αποτελεί τη μητρόπολη της Βαντούζ.

Σύνθετο στη δομή, αλλά απλό στην όψη είναι το Kunstmuseum Liechtenstein που δημιούργησαν οι Ελβετοί αρχιτέκτονες Meinrad Morger και Heinrich Degelo, μαζί με τον Christian Kerez. Το κτήριο μοιάζει με τεράστιο κλειστό «μαύρο κουτί» από χρωματιστό σκυρόδεμα και μαύρο βασάλτη. Μέσα στο μαύρο κουτί περικλείεται ένας τέλειος λευκός κύβος. Στο εσωτερικό υπάρχουν έξι αίθουσες παρουσιάσεων γύρω από δύο διαμετρικά αντίθετα τοποθετημένες σκάλες. Ένα από τα διασημότερα έργα του Kunstmuseum Lieechtenstein είναι η διαστάσεων 92,1 x 73 εκ. ελαιογραφία σε καμβά του Πικάσο «Femme dans un fauteuil», την οποία ο μεγάλος δημιουργός συνέθεσε το 1932. Μία γυναίκα με πράσινο μαλλί μπροστά σε μια αναμμένη κόκκινη λαμπάδα στο ίδιο έντονο κόκκινο των νυχιών της ποζάρει με ναρκισσισμό ακουμπώντας το κεφάλι στο δεξί της χέρι το οποίο και αυτό με τη σειρά του στηρίζεται στο μπράτσο μιας πολυθρόνας στο ίδιο χρώμα και σχέδιο με κίτρινες κουκίδες του κεριού. Αρκετοί ακόμη είναι οι διάσημοι δημιουργοί. Όπως ο Alberto Giacometti με το μπρούτζινο γλυπτό «Quatre femmes sur socle». Αυτό των διαστάσεων 75,5 x 41 x 17 εκ. έργο που δημιούργησε ο διάσημος γλύπτης το 1950 αποτελείται από τέσσερις στενόμακρες, σχεδόν σαν οβελίες, γυναικείες φιγούρες, παραταγμένες η μία δίπλα στην άλλη. Μία από τις συνθέσεις περιλαμβάνει έναν πίνακα διαστάσεων 30,5 x 23 εκ. στον οποίο έχει κολληθεί ένα μακαρόνι χοντρό και μέσα σε αυτό ένα λεπτό σπαγγέτι. Το έργο «Mit Spaghetti genudelter Makkaroni» δημιούργησε το 1971 ο Caron Rama, ο οποίος γεννήθηκε το 1918 στο Τορίνο, την πόλη όπου και πέθανε το 2015.

Το “Όνειρο του στρατιώτη”

Το όνειρο του Στρατιωτη

Μαξ Μπέκμαν: Το «Όνειρο του Στρατιώτη» (1942).

Ένα από τα γνωστά έργα που μου προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση ήταν και η ελαιογραφία «Traum des Soldaten» του Μαξ Μπέκμαν. Το «Όνειρο του στρατιώτη» δημιούργησε ο Γερμανός καλλιτέχνης στα 58 του, το 1942, στην Ολλανδία όπου είχε αυτοεξοριστεί. Εγκατέλειψε την πατρίδα του στις 19 Ιουλίου 1937, την επομένη της ομιλίας του Άντολφ Χίτλερ στα εγκαίνια της «Grosse Deutsche Kunsthausstellung», της «Μεγάλης Γερμανικής Τέχνης», στο Μόναχο, με σκοπό να μείνει στην Ολλανδία για σύντομο διάστημα, το οποίο όμως κατέληξε δεκαετία, ώς το 1947, οπότε αναχώρησε για τις ΗΠΑ όπου και πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Παρά τον πόλεμο και την κατοχή, ο Μπέκμαν ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός στο Άμστερνταμ, ζωγραφίζοντας έξι τρίπτυχα, δύο μεγάλους κύκλους εικονογραφήσεων της Αποκάλυψης και του «Faust» του Γκαίτε και έναν σημαντικό αριθμό πινάκων. Το «Όνειρο του στρατιώτη» το ζωγράφισε όταν η Ευρώπη είχε βυθιστεί στον ναζιστικό ζόφο. Αυτό υποδηλώνει και ο τίτλος του διαστάσεων 90χ145 εκ. πίνακα. Το όνειρο είναι μια ασυνέχεια χώρου και χρόνου, όπως είναι ακόμη ο κατακερματισμός και η εκτόπιση της μνήμης, καθώς και εικόνες επιθυμιών και φόβων. Το δράμα του πολέμου αντανακλάται στο μαύρο φόντο του πίνακα. Ο νεαρός στρατιώτης, κλεισμένος μέσα σε ένα κλουβί, μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο σαγηνευτικές και ταυτόχρονα απειλητικές καλλονές, όντας ξαπλωμένος μπροστά στη μία από αυτές με κόκκινο μαλλί και σώμα φιδιού. Από το άνω τμήμα του πίνακα, ένας φοίνικας, σαν βόμβα που πέφτει από ψηλά, απειλεί να καταπλακώσει τρία βυθιζόμενα ανθρώπινα κεφάλια.
Η ξανθιά καλλονή στα δεξιά, η στάση της οποίας θυμίζει την επίσης λευκοντυμένη «Γυναίκα του Αλγερίου» του Ντελακρουά που βρίσκεται στο Λούβρο, έτσι όπως κοιτάζει στα δεξιά της, γονατισμένη και αυτή στο δεξί πόδι με υψωμένο το αριστερό της, έχει μια ομοιότητα με τη Μάρλεν Ντίτριχ. Το λαμπερό, λευκό σαν σμάλτο δέρμα της, φαίνεται να φωτίζει τον πίνακα. Οι κίτρινοι κρίνοι, σύμβολο ματαιοδοξίας και μεγαλοπρέπειας, επέχουν και ρόλο πολλαπλασιαστή της γοητείας της. Το τεράστιο ρολόι που κρατά και το οποίο δείχνει 11.35 συμβολίζει τον χρόνο που περνά και χάνεται, οπότε η ξανθιά καλλονή μπορεί να ταυτιστεί και με την Τύχη, την άστατη θεά της μοίρας.
Ολόγυρα στη σύνθεση εμφανίζονται οιωνοί ζόφου. Ένας άνθρωπος με σώμα πτηνού και με νύχια γερακιού, φορώντας κι αυτός στολή ομοιόχρωμη του στρατιώτη, συμβολίζει το alter ego του. Θηρία της Αποκάλυψης αναδύονται από τα νερά, ενώ ζώα που μοιάζουν με κάστορες προβάλλουν στο κάτω μέρος. Και πάνω δεξιά, στον καθρέφτη, αντανακλάται ένα πλοίο του οποίου οι σανίδες ξεθωριάζουν, συμβολίζοντας τον ορίζοντα του απολύτου, το θεϊκό, το άπειρο και την ύψιστη μορφή γνώσης. Όλη δε η σύνθεση παραπέμπει σε ένα Θέατρο του Κόσμου κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Άλλα αξιοσημείωρα έργα που εκτίθενται είναι ο «Κλόουν» και o «Λαχανόκηπος» («Gemüsegarten») με αναφορές στο Bauhaus του Paul Klee, το «Entre Deux» του Wassily Kandinsky, η «Νεκρή φύση με πορτοκάλια και τουλίπες» του Ernst Ludwig Kirchner και πολλά άλλα.

Κάστρα, τάγματα και γαλαζοαίματοι

καστρο

Το Κάστρο Βαντούζ.

Πρώτος προορισμός μου στο Λιχτενστάιν ήταν το Schloss Vaduz, το κάστρο της Βαντούζ που έδωσε το όνομά του στην πόλη.
Έπειτα από μισάωρο περπάτημα σε οφιοειδή ανηφορικό δρόμο για πεζούς, διαφορετικό από εκείνον για τα αυτοκίνητα, κάτι που έκανε ακόμη πιο ευχάριστη μια διαδρομή σε τοπίο που θύμιζε εξοχή και προσέφερε θέα στην πόλη, έφτασα στο κάστρο του 12ου αιώνα, το οποίο από το 1712 ανήκει στην πριγκιπική οικογένεια. Αυτή είναι ο οίκος των Λιχτενστάιν που θα πει «Λαμπερή Πέτρα», από αυτόν πήρε το όνομά της η χώρα, δυναστεία καταγόμενη από το Κάστρο του Λιχτενστάιν της Κάτω Αυστρίας και που ιδρύθηκε το 1608 από τον Κάρολο τον 1ο. Αυτός ήταν μέλος του καθολικού Τάγματος του Οσπιταλικής Αδελφότητας του Αγίου Ιωάννου του Θεού, η οποία δραστηριοποιείται ακόμη σήμερα σε 46 χώρες και ο ιδρυτής το 1605 του πρώτου κλάδου του βορείως των Άλπεων. Ήταν ακόμη μέλος του Τάγματος του Χρυσόμαλλου Δέρατος, ιπποτικού τάγματος με μεγάλη αίγλη από όταν ιδρύθηκε το 1430 από τον δούκα της Βουργουνδίας Φίλιππο τον Καλό σε ανάμνηση του γάμου του με την πριγκίπισσα της Πορτογαλίας Ισαβέλλα και στο οποίο ανήκουν ο σημερινός βασιλιάς της Ισπανίας Φίλιππος ο 6ος και ο πρώην αυστριακός ευρωβουλευτής και εκ των διοικούντων την ΜΚΟ «Μπλε ασπίδα» Καρλ φον Χάμπσμπουργκ, εγγονός του τελευταίου αυστριακού αυτοκράτορα.

Εγω στο καστρο

Με φόντο το κάστρο – κατοικία του πρίγκιπα και τις Άλπεις.

Ο σημερινός πρίγκιπας είναι ο πλουσιότερος Ευρωπαίος μονάρχης. Πολλοί νομίζουν πως είναι η βασίλισσα της Βρετανίας, αυτό όμως είναι λάθος. Η Ελισάβετ έχει το υψηλότερο ετήσιο εισόδημα που καταβάλλει ευρωπαϊκό κράτος σε μονάρχη, όμως η περιουσία του πρίγκιπα Χανς Άνταμ Β’ του Λιχτενστάιν είναι πολλαπλάσια. Η κάτοχος του βρετανικού θρόνου διαθέτει περιουσία που ανέρχεται σχεδόν σε 300 εκατομμύρια στερλίνες, όμως του Χανς Άνταμ αγγίζει τα 5 δισεκατομμύρια στερλίνες, δηλαδή πάνω από 10 φορές μεγαλύτερη.
Ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης ιδιωτικής -οικογενειακής ιδιοκτησίας- τράπεζας, του ομίλου LGT (Liechtenstein Glogal Trust). Όσοι παρακολουθούν τη διεθνή οικονομική ειδησεογραφία θα θυμούνται αυτήν την ονομασία. Πρόκειται για την τράπεζα που μπήκε το 2008 στο στόχαστρο των γερμανικών αρχών, όταν απέκτησαν από έναν προγραμματιστή CD με ονόματα φοροφυγάδων που έβγαζαν κεφάλαια στο Λιχτενστάιν μέσω της LGT και άλλων τραπεζών της χώρας. Η LGT συνδέθηκε ακόμη με το μεγαλύτερο σκάνδαλο φοροδιαφυγής στη Φινλανδία, στο οποίο εμπλέχθηκαν τα ονόματα κατασκευαστών, εταιρείας καφέ και μπαχαρικών, ακόμη και ιδρύματος που θα άνοιγε μουσείο. Άλλες χώρες που θεωρήθηκε ότι έχασαν φόρους ήταν οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Δανία, η Ινδία, η Ολλανδία, η Τσεχία, η Ισπανία, η Σουηδία, η Νορβηγία και, βεβαίως, η Ελλάδα.
Ανηφορίζοντας προς το κάστρο, πέρασα μπροστά από έναν παγωμένο καταρράκτη, του οποίου τα νερά είχαν σχηματίσει σταλακτίτες με τα κλαδιά πολλών γύρω δένδρων ακόμη γυμνά και σκέφτηκα πως η άνοιξη θα προσφερόταν περισσότερο για να απολαύσει κάποιος το τοπίο. Η θέα από τον λόφο πάνω στον οποίο είναι χτισμένο το κάστρο μου φάνηκε μαγευτική. Ακριβώς από κάτω φαινόταν η κίνηση στη Städtle, το δημαρχείο με τη μικρή πλατεία στα αριστερά του, μια σειρά από λευκά αστραφτερά κτήρια με κεραμίδια, ένα κόκκινο κτήριο στα δεξιά – το περίφημο για την αρχιτεκτονική του Roter Haus- και στο βάθος, μετά τα πράσινα λιβάδια, οι χιονισμένες κορυφές των Άλπεων.

Στον Πύργο Γκούτενμπεργκ

γκουτενμπεργκ

Ο πύργος Γκούτενμπεργκ.

Άλλος προορισμός μου ήταν το Μπαλζέρς, μια πολίχνη 5.000 κατοίκων, κάτι που σημαίνει ότι εδώ διαμένει 1 στους 8 κατοίκους της χώρας και η οποία αποτελεί ανεξάρτητο δήμο, έναν από τους συνολικά 11 της χώρας και ένας από τους 6 «ανωχωρίτικους», το Λιχτενστάιν χωρίζεται στα διαμερίσματα «Oberland» (Άνω Χώρα) και «Unterland» (Κάτω Χώρα). Τις παρυφές της διασχίζει ο Ρήνος, φυσικό σύνορο Ελβετίας – Αυστρίας, Ελβετίας – Λιχτενστάιν, Ελβετίας – Γερμανίας και Γαλλίας – Γερμανίας. Έφτασα, έπειτα από μερικές στάσεις, σε 15′ παίρνοντας το λεωφορείο 11 από το κέντρο της Βαντούζ.
Η πρώτη μου εντύπωση ήταν πως επρόκειτο για μια γραφική πολίχνη με έντονα παραδοσιακό χρώμα. Στα μάτια ενός ξένου, το Μπαλζέρς είναι μια ενιαία πόλη. Ωστόσο, ήδη από τον 9ο αιώνα έχουμε αναφορές για το Παλασόλε, όπως ονομαζόταν τότε, πως πρόκειται για δύο διαφορετικά χωριά, στα ανατολικά το καθαυτό Μπαλζέρ και στα δυτικά το Μελς. Οι ντόπιοι πάντως βιώνουν σίγουρα αυτή τη διαίρεση λόγω του παραδοσιακού ανταγωνισμού των δύο χωριών, με αποκορύφωμα τις δύο διαφορετικές πυρές που ανάβουν στο Φούνκεν, προχριστιανική γιορτή με ευδιάκριτα παγανιστικά στοιχεία, η οποία τελείται κάθε χρόνο την άνοιξη.

Άγιος Νικόλαος

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Μπαλζέρς.

Σε λιγότερο από 5 λεπτά βρέθηκα στον ανηφορικό δρόμο που οδηγεί στο κάστρο. Όσο ανέβαινα ο αέρας δυνάμωνε. Ο ήχος του ανέμου που σφύριζε δυνατά, το επιβλητικό κάστρο από πάνω, η τεράστια γοτθικού ύφους κορυφή της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου απέναντι, ο ήλιος που άρχιζε να δύει, η ευχάριστη δροσιά που σιγά – σιγά μετατρεπόταν σε ελαφρύ κρύο, το ότι ήμουν ο μοναδικός επισκέπτης εκείνη την ώρα, όλα αυτά δημιουργούσαν μια ιδιαίτερη και περίεργη ατμόσφαιρα η οποία μου φάνηκε πιο εντυπωσιακή κι από το ίδιο το θέαμα που αντίκριζα. Ταυτόχρονα, αισθανόμουν έντονα την αύρα του «παλιού» και είμαι βέβαιος ότι θα την ένιωθα ακόμη κι αν αγνοούσα την ιστορία του μέρους.
Εδώ, στο Γκούτενμπεργκ, βρέθηκε ένα μπρούτζινο ειδώλιο του 5ου π.Χ. αιώνα, ο περίφημος «Μαρς», ένας πολεμιστής ο οποίος φιλοξενείται στο μουσείο της πόλης, γνωστός ως Mars Von Gutenberg. Στο σημείο που βρίσκεται το κάστρο υπήρχαν στους μεσαιωνικούς χρόνους εκκλησία και νεκροταφείο. Αρχές 12ου αιώνα το νεκροταφείο έπαψε να χρησιμοποιείται και άρχισε να χτίζεται σταδιακά κυκλικό τείχος περιμετρικά της εκκλησίας. Σιγά – σιγά προστέθηκαν στους υπάρχοντες πυργίσκους και άλλοι ψηλότεροι για να μεταβληθεί εν τέλει σε κάστρο το οποίο μερικές δεκαετίες αργότερα βρέθηκε στην κατοχή των Φράουενμπερκ, οίκου ευγενών από το ελβετικό καντόνι Γκραουμπίντεν.
Το 1314 πέρασε στα χέρια των Αψβούργων, οι οποίοι το χρησιμοποίησαν ως ακριτικό φρούριο στα σύνορα της επικράτειάς τους με τα ανεξάρτητα ελβετικά καντόνια. Το κάστρο καταστράφηκε το 1499 στους πολέμους των Σουάβων, του γερμανικού φύλου που ήταν γνωστό ήδη από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, για να ανακατασκευαστεί από τον ηγεμόνα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μαξιμιλιανό Α’. Έκτοτε γνώρισε αρκετές καταστροφές και πυρκαγιές, με την πύλη της τάφρου να γκρεμίζεται, ενώ δομικά υλικά του αποσπάσθηκαν για να ανακατασκευαστούν κτήρια του Μπαλζέρς που κάηκαν σε πυρκαγιά το 1795. Το 1854 αγοράστηκε από την πριγκίπισσα Φρανσίσκα Φον Λιχτενστάιν, το 1936 το νοίκιασε ο δήμος και το 1979 αγοράστηκε από το πριγκιπάτο όπου διέμενε μία από τους παλιούς ιδιοκτήτες ώς τον θάνατό της το 2001.

Γεύσεις του Λιχτενστάιν

πανοραμα

Άποψη της πρωτεύουσας Βαντούζ. Στο βάθος διακρίνονται: Από αριστερά προς τα δεξιά, οι χιονισμένες κορυφές Γκάουσλα, Αλβίρ, Χουρστ, Φούλφιρστ, Γκλάναχοπφ και Μάργκελχοπφ, όλες σε ύψος μεταξύ 1.071 και 2.384 μέτρων.

Θα ήταν ασυγχώρητο να επισκεφτεί κάποιος την τέταρτη μικρότερη χώρα της Ευρώπης και να μη δοκιμάσει τοπικά κρασιά. Το Λιχτενστάιν φημίζεται για τα αμπέλια και τα κρασιά του, καθώς ευνοείται από υψόμετρο, έδαφος, κλίση και σχήμα των βουνών που προστατεύουν τις καλλιέργειες από τους ανέμους, ενώ οι γευσιγνώστες και φίλοι του καλού κρασιού έχουν να λένε για την ελαφρά γλυκύτητα που του προσδίδει το ξηρό κλίμα του καλοκαιριού. Αμπελοκαλλιέργεια και οινοποιία είναι γνωστές στην περιοχή από τους προχριστιανικούς χρόνους, όταν την εισήγαγαν Κέλτες και αναπτύχθηκαν επί ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στις μέρες μας, από τις ντόπιες αμπελοκαλλιέργειες, πιο γνωστή είναι του πρίγκιπα του Λιχτενστάιν, αλλά υπάρχουν και άλλες μικρότερες, κυρίως από τις λοφοσειρές Έσενμπεργκ, το Σάαν και τη Βαντούζ, ενώ και οι λάτρεις της μπίρας αξίζει να γευτούν τις ντόπιες μάρκες.

κοκκινο σπιτι

Το περιβόητο Κόκκινο Σπίτι.

Ούτε όμως και η κουζίνα του Λιχτενστάιν αφήνει αδιάφορους τους λάτρεις του γκουρμέ, παρότι είναι εμφανείς οι επιρροές από τις γειτονικές χώρες. Ένα από τα ντόπια πιάτα είναι το «κεσκνέπφλε» που θα πει «Μακαρόνια και τυρί» και δεν είναι άλλο από το γνωστό γερμανικό «σπέτσλε». Το σερβίρισμα γίνεται σε μικρά πιάτα, πασπαλισμένο με το περίφημο -πλην με πολλά λιπαρά- κίτρινο αγελαδινό γκριγιέρ με την πικάντικη και με υποψία καρυδιού γεύση (αν και μερικοί χρησιμοποιούν λιωμένο έμενταλ) και ψιλοκομμένα καραμελωμένα κρεμμύδια. Υπάρχει και η βερσιόν «κεσκνέπφλε μιτ άπφελμους». Όπως καταλαβαίνει κάποιος με ελάχιστες έστω γνώσεις γερμανικών, πρόκειται για σάλτσα μήλου που προστίθεται στην παραδοσιακή συνταγή.
Η κουζίνα του Λιχτενστάιν περιλαμβάνει ακόμη σπαράγγια, το κάσνοπφλ, που είναι μικρά ντάμπλινγκς με τυρί και κρεμμύδι, και διάφορα κρεατικά τα οποία ως χορτοφάγος δεν δοκίμασα και ως εκ τούτου αδυνατώ να εκφέρω γνώμη. Όσο για τα γλυκά, το πιο γνωστό είναι το πφανκούχεν και πρόκειται για λεπτά πανκέικς σερβιρισμένα με κομπόστα βατόμουρου.
Ανάλογα με το τι εποχή θα διαλέξει κάποιος να επισκεφτεί το Λιχτενστάιν, θα έχει και διαφορετικές ευκαιρίες να πετύχει γιορτές που έχουν να κάνουν με τις τοπικές γεύσεις. Ειδικά την άνοιξη, διοργανώνεται φεστιβάλ μαγειρέματος, κάποιες φορές οργανώνονται ημέρες οινογνωσίας, αλλά και γενικότερα οι κάτοικοι δεν χάνουν ευκαιρία να διοργανώσουν κάποια γιορτή ή πανηγύρι. Ειδικά δε το καλοκαίρι που το επιτρέπει ο καιρός, οργανώνονται συναυλίες κιθάρας, τζαζ, μπλουζ, κλασικής μουσικής και οπερέτας, ενώ ενδιαφέρον έχει και το ότι στην πρωτεύουσα μιας περίκλειστης χώρας, χωρίς θάλασσα και σε υψόμετρο, διοργανώνεται πρωτάθλημα μπιτς βόλεϊ.
Φεύγοντας από τη χώρα, και αφού επισκέφτηκα όσο περισσότερα αξιοθέατα μπορούσα, μεταξύ των οποίων το Φιλοτελικό Μουσείο, με γραμματόσημα, σφραγίδες, φακέλους πρώτης ημέρας κυκλοφορίας και σουβενίρ, ζήτησα από το τουριστικό γραφείο να μου βάλουν αναμνηστική σφραγίδα Λιχτενστάιν στο διαβατήριο, αφού επισήμως δεν είναι υποχρεωτικό στην ευρωπαϊκή αυτή χώρα.

 

Κείμενο – Φωτογραφίες: ΘΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

(Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής 13 Μαΐου 2018)

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s