τέχνη

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς στο κατώφλι της τρέλλας και το κεφάλι του Σατύρου

Το 1878 θα αποδειχθεί η πιο ζοφερή χρονιά που θα ζήσει ο 27χρονος τότε Γιαννούλης Χαλεπάς. Είναι η χρονιά η οποία κλείνει τον πρώτο δημιουργικό κύκλο του που είχε ανοίξει 8 χρόνια ενωρίτερα.  Το καλοκαίρι εκείνο θα εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα εναλλαγών έντονης μελαγχολίας και βίαιων ξεσπασμάτων που συνοδεύονται από πονοκεφάλους. Θα ακολουθήσουν έκτοτε απόπειρες αυτοκτονίας, άρνηση λήψεως τροφής και ομιλίας, συχνές κρίσεις και ανεξήγητη επιθετικότητα προς πάντες. Ούτε τα ταξίδια όμως, ούτε τα ιαματικά λουτρά, ούτε τα φάρμακα θα τον βοηθήσουν και έτσι, το 1888 θα εγκλειστεί για 13 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, ως το 1902, ενώ για  40 χρόνια, από το 1878 έως το 1918, θα απουσιάσει από την καλλιτεχνική παραγωγή και τα δρώμενα.
Με δασκάλους τον Δρόση και τον Windmann
Ο πρώτος αυτός κύκλος ξεκινά το 1870, έναν χρόνο μετά την εγγραφή του στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα με καθηγητή του τον Λεωνίδα Δρόση. Θα συνεχιστεί το 1873 με την υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας της Τήνου για την Ακαδημία του Μονάχου κοντά στον Max Windmann και το 1874 με το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας για το έργο του Παραμύθι της Πεντάμορφης.
Τα χρόνια αυτά ο Χαλεπάς ακολουθεί το συντηρητικό πνεύμα του κλασικισμού του 19ου αιώνα και επηρεάζεται από τον ακαδημαϊσμό με έμφαση στην ρεαλιστική απόδοση. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από δεξιοτεχνία στην απόδοση των λεπτομερειών και στην επεξεργασία του μαρμάρου. Σε αυτήν την πρώτη περίοδο ανήκουν η περίφημη Κοιμωμένη που βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, ο Σάτυρος με τον Έρωτα και η Μήδεια που φονεύει τα τέκνα της, έργο που κατέστρεψε ο ίδιος.
Στο εργαστήριο της Μαυρομιχάλη
Το τελευταίο έργο αυτής της περιόδου που κλείνει με την εμφάνιση της αρρώστιας του είναι μια προτομή. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς δημιουργεί την μοιραία εκείνη χρονιά, ένα από τα πιο ζωντανά έργα του, το «Κεφάλι Σατύρου». Δείγμα κλασικής σχολής που την εποχή εκείνη έχει αναγορευτεί σε εθνική τέχνη, αλλά και με εμφανή ρεαλιστικά στοιχεία που για πρώτη φορά υιοθετεί ο καλλιτέχνης. Ίσως αυτό το ρεαλιστικό στοιχείο είναι και το νήμα από όπου θα ξετυλίξει το κουβάρι 40 χρόνια αργότερα.
Το «Κεφάλι Σατύρου» το δουλεύει τον χειμώνα του 1877 – 1878 στην Μαυρομιχάλη, κοντά στην Ζωοδόχο Πηγή, γειτονιά των μαρμαράδων. Το διαστάσεων 65x28x25  ενυπόγραφο αυτό έργο είναι κατασκευασμένο από γύψο και είναι ευτύχημα το ότι θα καταλήξει στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς αποπειράται να  καταστρέψει τα δύο τελευταία έργα εκείνης της πρώτης περιόδου. Κομματιάζει το τεράστιο γύψινο πρόπλασμα της Μήδειας, όμως δεν καταφέρνει να κάνει το ίδιο και με το Κεφάλι Σατύρου, όσο και αν το προσπάθησε.
Η εμφάνιση της ασθένειας
Η τρέλλα του Χαλεπά εκδηλώνεται μετά από μια ατυχή ερωτική σχέση με την 16χρονη Τήνια συμπατριώτισσά του Μαριγώ Χριστοδούλου, την οποία ζήτησε σε γάμο και του την αρνήθηκαν. Η ερωτική απογοήτευση και η ψυχολογική φόρτιση σε συνδυασμό με την πνευματική υπερδιέγερση, την τελειομανία που τον χαρακτηρίζει και την κόπωση που του προκαλούν οι ατελείωτες ώρες εργασίας θα κάμψουν τις νοητικές αντοχές του και ήδη από το 1876 παίρνει φάρμακα, τα οποία όμως δεν τον βοηθούν.
Η τρέλλα του ερεθίζεται περισσότερο με το Κεφάλι του Σατύρου. Σπάνια θα βρει κάποιος άνθρωπο που να έχει δει το συγκεκριμένο έργο και να μην του ήλθε στο μυαλό η λέξη «δαιμονικό». Πρόκειται για έναν γοητευτικό άνδρα σε ώριμη ηλικία, με διαπεραστικό βλέμμα και ένα έντονο ανησυχητικό, σχεδόν απειλητικό χαμόγελο. «Σατανικό» θα το χαρακτηρίσει 52 χρόνια αργότερα ο δημιουργός του, ενθυμούμενος τις ημέρες που τον περιτριγύριζε η τρέλλα και την ψυχική αναστάτωση που του προξενούσε.
«Έκανα όλο Σατύρους… Τότε έκανα και το κεφάλι του Σατύρου που χάρισα στον ανιψιό μου. Κόντεψα να το χαλάσω κι αυτό το ωραίο έργο. Πόσα δεν του ‘χω πετάξει για να σπάσει. Δεν έσπασε όμως… Εδώ είναι πηλός που πέταξα κατ’ επάνω του. Αυτά τα μαύρα είναι μολυβιές, που τον γρατζούνισα για να του χαλάσω το ειρωνικό, το σαρκαστικό, το πειρακτικό του γέλιο. Πάνω στην τρέλλα μου, νόμιζα πως με κορόιδευε, το γέλιο του με πείραζε. Όλα του με στεναχωρούσαν».
Η απαράμιλλη δεξιοτεχνία του Χαλεπά στο πλάσιμο μαζί με την ρεαλιστική φυσικότητα του προσώπου, κάνουν ολοζώντανο ένα πλάσμα ταυτόχρονα απόκοσμο και γήινο, δαιμονικό και ανθρώπινο, ελκυστικό και απόμακρο, χαρούμενο και απειλητικό.
Σύμφωνα με κάποιους κριτικούς, ο Χαλεπάς πέτυχε την τέλεια αναπαράσταση στο συγκεκριμένο έργο, για αυτό και δεν άντεχε να το βλέπει. Τον ενοχλούσε που πετυχαίνοντας το τέλειο ακύρωνε κάθε άλλο εγχείρημα προτού καν το ξεκινήσει. Κατά άλλους, είναι αυτή η τελειότητα που τον τρομάζει, καθώς πιστεύει ότι το ειρωνικό γέλιο του Σατύρου απευθύνεται στον ίδιον.
Το κεφάλι του Σατύρου θα αποδειχθεί εν τέλει μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου το δημιούργημα νικά τον δημιουργό του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s