ΘΕΑΤΡΟ

Η Ελένη Παπαδάκη, ο Πιραντέλλο και η θέση Νο 2

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 1964. Σε λίγες ημέρες κλείνουν 20 χρόνια από την κρύα νύχτα που δολοφονήθηκε η Ελένη Παπαδάκη. Ο Αλέξης Σολομός ανεβάζει Πιραντέλλο. Το «Να ντύσουμε τους γυμνούς», έργο για το οποίο η Παπαδάκη γνώρισε διθυραμβικές κριτικές. Ο 46χρονος πια Σολομός, ο οποίος έχει ήδη παίξει την περίοδο 1942 – 1943 ως ηθοποιός στο «Δίλημμα του Γιατρού» του Μπέρναρντ Σω, στο «Θέατρο Διονύσια», πλάι στην Παπαδάκη μαζί με τους Παππά και Κωτσόπουλο, μόλις έχει ιδρύσει τον δικό του θίασο. Μετά το Λονδίνο όπου σκηνοθέτησε τον Καλιγούλα του Καμύ και το Θέατρο Μουσούρη όπου σκηνοθέτησε την «Κληρονόμο» το 1949 και το Εθνικό Θέατρο τις περιόδους 1950 – 1964, συνεχίζει την σκηνοθετική του σταδιοδρομία -η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από το 1947 στην Νέα Υόρκη- στον δικό του θίασο, τον ελεύθερο καλλιτεχνικό οργανισμό «Προσκήνιο».
Η αποψινή παράσταση στο «Προσκήνιο» είναι αφιερωμένη στην Ελένη Παπαδάκη. Την κατά γενική ομολογία κορυφαία πιραντελλίστρια στην Ελλάδα. Την ώρα της παραστάσεως, το κάθισμα «2» της πρώτης σειράς της πλατείας παραμένει κενό. Αόρατη αλλά παρούσα κάτοχος της θέσεως είναι η μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός η οποία δολοφονήθηκε 20 χρόνια ενωρίτερα, γύρω στην 1 την νύχτα της Πέμπτης 21 προς Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 1944 στην Ούλεν στο Γαλάτσι, από τους παραστρατιωτικούς της ΟΠΛΑ, τους ασφαλίτες δηλαδή του ΚΚΕ.

Την διαταγή της εκτελέσεως έδωσε ο 23χρονος πολιτοφύλακας Γαλατσίου – Πατησίων καπετάν Ορέστης, ενώ εκτελεστής της ήταν ένας μπακάλης από τους Ποδαράδες, ο Βλάσης Μακαρώνας. Αυτοί όμως, όπως και ο φοιτητής της Ιατρικής Κώστας Μπιλιράκης που την συνέλαβε, ήταν απλώς οι φυσικοί δολοφόνοι. Ηθικοί αυτουργοί ήταν δίχως άλλο συνάδελφοί της, το προεδρείο της Πολιτοφυλακής ΕΑΜ Θεάτρου. Όσο η Παπαδάκη εκρατείτο στην πολιτοφυλακή, ο Μπιλιράκης, ο οποίος «ερευνούσε» και πλιατσικολογούσε με άλλους Ελασίτες την οικία της, αποκάλυπτε στην μητέρα και την φίλη της Παπαδάκη Αιμιλία, ότι οι συνάδελφοί της ηθοποιοί την κατέδωσαν. Ή, όπως θα τους κατονομάσει έναν προς έναν αργότερα ο Μάνος Ελευθερίου, οι επιφανείς ηθοποιοί Αιμίλιος Βεάκης, Θεόδωρος Μορίδης, Σπύρος Πατρίκιος, Χρήστος Τσαγανέας και Πάνος Καραβουσάνος οι οποίοι την διέγραψαν περιλαμβάνοντας το όνομά της στην λίστα «Οι προδόται ηθοποιοί» μαζί με άλλους επτά του σωματείου ηθοποιών η οποία δημοσιεύθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1944 στην εφημερίδα «Ελευθερωτής». Οι συκοφαντίες που διατυπώθηκαν από τους ανταγωνιστές και ανταγωνίστριες της Παπαδάκη μετά την απελευθέρωση σε συνδυασμό με τα πολιτικά πάθη της εποχής αποκάλυψαν το πιο χυδαίο και αποκρουστικό πρόσωπο του καλλιτεχνικού παρασκηνίου της Ελλάδος. Την αποκάλεσαν πόρνη και ερωμένη του κατοχικού πρωθυπουργού Ράλλη, παρότι αυτή ουδέποτε ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του και παρότι χάρη στις γνωριμίες της έσωσε από τον θάνατο στην κατοχή κομμουνιστές αντάρτες και Εβραίους καταζητούμενους. Κάποιοι το πήγαν ακόμη πιο μακριά διαδίδοντας φήμες ακόμη και για μυστικό γάμο της με τον δωσίλογο πρωθυπουργό. «Θάνατος!» ούρλιαζαν στο λαϊκό δικαστήριο που έστησαν οι συνάδελφοί της στις 24 Νοεμβρίου 1944. Ο κίτρινος Τύπος της εποχής, όπως το «Ελληνικό Αίμα», δημοσίευε τερατολογίες, για ανύπαρκτα όπως αποδείχθηκε πανάκριβα δώρα του Ράλλη στην Παπαδάκη. Οι λιβελλογράφοι την περιέγραφαν και ως λεσβία.
Δύο δεκαετίες μετά από αυτήν την απάνθρωπη συμπεριφορά των συναδέλφων της (και με υποψίες οργανωμένου σχεδίου εξοντώσεώς της να βαραίνουν τον Δημήτρη Μυράτ στην οικία του οποίου συνελήφθη η Παπαδάκη και την αδελφή του Μιράντα Μυράτ η οποία μισούσε θανάσιμα την διάσημη συνάδελφό της, αλλά ακόμη και την Αλέκα Παΐζη και την Ασπασία Παπαθανασίου που επιτίθονταν λυσσαλέα, μέχρι παροξυσμού στην Παπαδάκη) οι ηθοποιοί τιμούν μετά θάνατον την σπουδαία θεατράνθρωπο. Πριν από την παράσταση, η Άννα Φόνσου εξηγεί την σημασία της άδειας θέσεως της πλατείας: «Όπως το άγαλμα του Διονύσου παρακολουθούσε τις αρχαίες παραστάσεις, έτσι κ’ εμείς, αφήσαμε μια κενή θέση γιατί θέλαμε να ‘χουμε απόψε μαζί μας τη μεγάλη συνάδελφο που έφυγε».
Οι θεατές της παραστάσεως διαβάζουν στο τυπωμένο πρόγραμμα ένα σημείωμα»:
«Την παράσταση αυτή το Προσκήνιο την αφιερώνει στη μνήμη της μεγάλης ιέρειας του θεάτρου μας, Ελένης Παπαδάκη, που πρωτοδίδαξε το ρόλο της Ερσίλιας Ντρέι στα ελληνικά, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, στο πλευρό του Γιώργου Γληνού, του Αλέξη Μινωτή και του Μήτσου Μυράτ, με τη φωτισμένη σκηνοθετική καθοδήγηση του Δημήτρη Ροντήρη. Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε, πως η κραυγή: «Τούτος ο ρόλος θέλει Παπαδάκη» ακούγεται ακόμα συχνά στους θεατρικούς κύκλοθς, κι έχει γίνει πια είδος παρασκηνιακής παροιμίας. Κι από την άλλη μεριά της ράμπας όχι σπάνια η φράση: «Καλή -αλλά όχι σαν την Παπαδάκη», αρκεί για να υποδηλώσει την συγκαταβατική ικανοποίηση του Ο Πιραντέλλο δεν θα εδίσταζε να της προσφέρει τον καλλιτεχνικό φωτοστέφανο\»κοινού μας. Γι’αυτό αυτό το αφιέρωμα του Προσκήνιου ήταν κάτι πέρα από το καθήκον: η Παπαδάκη περιφέρεται ακόμα ανάμεσά μας. Τα είκοσι χρόνια που δούλεψε στο θέατρο της ήταν αρκετά για να μας πάρει μαζί της, σ’ ένα θαυμάσιο ταξίδι, στα θερμά, στα ψυχρά κλίματα, στις κοντινές ή στις μακρινές εποχές, σ’ όλους τους κόσμους της ψυχής. Θ’ ακούσεις: «Ήταν μεγάλη, γιατί είχε πάνω στη σκηνή ταμπεραμέντο και ύφος και κείνο που ονομάζεται θεατρικό στυλ». Μα θ’ ακούσεις και το εντελώς αντίθετο: «Ήταν μεγάλη γιατί έπαιζε απλά».
Εάν ζούσε η Ελένη Παπαδάκη θα ήταν 61 ετών, καθώς γεννήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1903. Την θεατρική της πορεία ξεκίνησε με Πιραντέλλο. Ήταν στις 25 Ιουνίου 1925 όταν πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο ως Προγονή στο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» που ανέβασε ο Σπύρος Μελάς για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην σκηνή του Θεάτρου Τέχνης στο «Αθήναιον». Ήταν μια αποκάλυψη. Ο θεατρικός κριτικός Κ. Μπαστιάς έγραψε τότε στην «Δημοκρατία»: «Σήμερα η σκηνή απέκτησε μια μεγάλη ηθοποιό». Δέκα χρόνια αργότερα, στις 14 Μαΐου 1935 ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Εθνικό Θέατρο η τραγικωμωδία του Πιραντέλλο, στον οποίον την προηγούμενη χρονιά είχε απονεμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας, «Να ντύσουμε τους Γυμνούς» με την Παπαδάκη στον ρόλο της Ερσίλια Ντρέι να αποθεώνεται από τους κριτικούς.

Η Ερσίλια Ντρέι

Το 1922 ο Λουίτζι Πιραντέλλο έγραψε την ζοφερή κωμωδία «Να ντύσουμε τους γυμνούς» («Vestire gli ignudi»). Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Ιταλία του Μεσοπολέμου. Θέμα, το πιραντελλικό μοτίβο της φαινομενικής και της αντικειμενικής πραγματικότητος, όπου ο άνθρωπος ζει στην φανταστική πραγματικότητα και τις αυταπάτες που την συντηρούν εμποδίζοντάς τον να πραγματώσει τον σκοπό του που είναι η αντίληψη της αντικειμενικής αλήθειας. Και το εμπόδιο δεν είναι τίποτε άλλο από την διαφυγή στην αυταπάτη που στηρίζει το όλο οικοδόμημα της φανταστικής πραγματικότητας.
Στην πιραντελλική δραματουργία οι ήρωες «ντύνουν» τα «γυμνά» γεγονότα της ζωής τους με το «ένδυμα» της ψευδαίσθησης προκειμένου να αισθανθούν ζωντανοί.

Όλα αρχίζουν όταν μια φτωχή, παραμελημένη νεαρή γυναίκα αποπειράται να αυτοκτονήσει. Ο λόγος είναι ότι εξαιτίας της πεθαίνει, πέφτοντας από το μπαλκόνι, ένα παιδί το οποίο, ως γκουβερνάντα, είχε αναλάβει να το προσέχει. Στο νοσοκομείο όμως προβάλλει έναν ακόμη άλλον λόγο, ότι πήρε δηλητήριο επειδή ο αγαπημένος της παντρεύεται κάποια άλλη. Αδέκαρη, επιχειρεί να βγει στην πορνεία, αλλά και εκεί αποτυγχάνει. Ένας διάσημος συγγραφέας, μεγαλύτερός της, συγκινείται από την ιστορία της και το πόσο απάνθρωπα την παρουσιάζουν τα σκανδαλοθηρικά έντυπα σε ένα αδηφάγο εξαχρειωμένο κοινό, και έτσι την παίρνει από το νοσοκομείο κοντά του. Σύντομα, και ενώ μεταβάλλεται η μονότονη καθημερινότητα του συγγραφέα, γίνεται φανερό πως το ενδιαφέρον του δεν είναι μόνο αλτρουιστικό.
Τα ερωτήματα που τίθενται στην πορεία, δεν είναι και λίγα. Ποιά είναι πραγματικά αυτή η γυναίκα; Πρόκειται για ένα αθώο θύμα; Για θύτη; Για παθολογική ψεύτρα; Και ποιό είναι το μυστικό της που προσπαθεί να κρύψει;
Η Ερσίλια Ντρέι περιβάλλεται από τέσσερεις άνδρες. Τον σκανδαλοθήρα δημοσιογράφο, τον διάσημο συγγραφέα, τον άπιστο εραστή της και τον πρώην εργοδότη της. Αυτοί προφυλάσσουν τους υπαρξιακούς τους φόβους με τα «ενδύματα» της αυταπάτης, παραμορφώνοντας και παραποιώντας συνειδητά ή άθελα γεγονότα της ζωής τους, ενώ απαιτούν από την ηρωίδα να λογοδοτήσει για τα ψέμματά της. Σταδιακά, ο κλοιός γύρω της στενεύει.
Ένα τέτοιο καθωσπρέπει «ένδυμα» επιχειρεί να φορέσει η μοναχική ηρωίδα. Και στην πορεία της ζωής της η φαντασία της «ντύνει» τα περιστατικά που βιώνει με σχήματα, όψεις, χαρακτηριστικά και μεγέθη που την βοηθούν να αισθάνεται ανετότερα. Όλη της η ζωή είναι ένας παραμορφωτικός καθρέπτης στον οποίον στρέφει το πρόσωπό της με αφορμή κάθε ερέθισμα που την καλεί να έλθει αντιμέτωπη με τον εαυτό της.
Όλη της η ύπαρξη είναι ένα ψεύτικο οικοδόμημα. Ανάμεσα στα υλικά του είναι και διάφορα ρομαντικά ψέμματα τα οποία δημιουργεί η ίδια και τα επιβάλλει στους άνδρες οι οποίοι την περιβάλλουν ερωτικά. Εκείνοι όμως επιλέγουν καθωσπρέπει ενδύματα για να «ντύσουν» τα περιστατικά του βίου τους. Έτσι, την περιτριγυρίζουν όπως τα σαρκοβόρα θηρία το θήραμά τους και της επιβάλλουν ο καθένας δεύτερο ρόλο με τους ίδιους πρωταγωνιστές.
Οι ήρωες οδηγούνται σε μια εσωτερική αμφιβολία η οποία σταδιακά τους αφαιρεί την συνείδηση του εγώ.
Και τα ερωτήματα που τίθενται είναι το κατά πόσο είναι αληθινή ή ιστορία της Ερσίλια; Πόσο συνειδητά ή ασυνείδητα παραποίησε τα γεγονότα;
Ξεγυμνώνοντας τους ήρωές του ο Πιραντέλλο δείχνει πως η ζωή είναι μια αλληλουχία τυχαίων γεγονότων, οι δε πράξεις μας, όσο και αν προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε ή να τις αρνηθούμε, μας ακολουθούν λερώνοντας κάθε καινούργιο κοστούμι που φοράμε για να τις κρύψουμε.

«Με μίαν λέξιν, άφθαρτος»

Ο Δ. Σ. Δαβάρης έγραφε στην «Καθημερινή»: «Το σπουδαιότερον γεγονός της προχθεσινής βραδιάς ήταν η δημιουργία της Ελένης Παπαδάκη. Ένα ρόλον τεράστιον και αχάριστον τον υπεδύθη με τέχνην ωρίμου καλλιτέχνιδος».
Ο «Θεατρόφιλος» έγραφε στην «Πατρίδα»: «Ο κόσμος εχειροκρότησε με ακράτητον ενθουσιασμόν ιδίως την πρωταγωνίστριαν Ελένην Παπαδάκη, η οποία υπήρξε με μίαν λέξιν άφθαρτος».

«Ο Πιραντέλλο δεν θα εδίσταζε να της προσφέρη τον καλλιτεχνικό φωτοστέφανο»

Ο Μιχάλης Ροδάς έγραφε στο «Ελεύθερον Βήμα»: «…είχε την σφραγίδα της επιτυχίας και για την Ελένη Παπαδάκη το έπαθλον του καλλιτεχνικού θριάμβου στον ρόλο της Ερσίλια Ντρέι… Έφτασε στην γραμμή μεγάλης αρτίστας και απέδειξε μια πελωρία εσωτερική καλλιτεχνική δύναμη. Ήτο η ενσάρκωσις, η εξαΰλωσις της Ερσίλια Ντρέι με όλα τα χαρακτηριστικά του πόνου στο πρόσωπο, στα μάτια, στα χέρια, με όλους τους ανθρώπινους συγκλονισμούς. Μια τέτοια επιτυχία αποτελεί γεγονός αξιοθαύμαστο και καλλιτεχνικό σταθμό για την νεοελληνική σκηνή. Ένα γεγονός που παίρνει θέση ιστορική στο θέατρό μας. Αν την έβλεπε ο Πιραντέλλο δεν θα εδίσταζε, νομίζω, να της προσφέρη τον καλλιτεχνικό φωτοστέφανο…».

Ο «Ω» (Αχ. Κύρου) στην «Εστία»: «Τα χειροκροτήματα ανήκον ιδίως εις την Ελένην Παπαδάκη, η οποία εσημείωσε χθες το βράδυ μίαν από τας μεγαλυτέρας επιτυχίας της».

Ο Red (Ι. Κοκκινάκης στην «Ακρόπολιν»: «…Μοναδική καλλιτεχνική απόλαυσις η δημιουργία της Ελένης Παπαδάκη».

Ο Άλκης Θρύλος στην «Νέα Εστία»: «… Η Ελένη Παπαδάκη απέδιδε έξοχα το κράμα εγκεφαλισμού και πάθους, υπερρεαλισμού και ζωής, που χαρακτηρίζει τα δημιουργήματα του Πιραντέλλο».

Ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης – Νόβας στον «Νέο Κόσμο»: «Η δόξα της βραδυάς ήταν η Ελένη Παπαδάκη. Σ’ αυτήν, δε λέω ότι μπορεί να είναι υπερήφανη. Υπερήφανοι πρέπει να είμαστε κι εμείς γι’αυτήν. Ό,τι προχτές εδημιούργησε είναι σπουδαιότερο και διαρκέστερο από την επιτυχία μιας βραδυάς, είναι θεατρική ιστορία. Προχθές το βράδυ ήταν κάτι παραπάνω από ηθοποιός του Πιραντέλλο, ήταν ηρωίδα του. Δικαιούται κι’ αυτή να καρφώσει στην πόρτα της μια κάρτα όχι πλέον με το δικό της όνομα, αλλά με το όνομα του ρόλου της Ερσίλια Ντρέι! Στην εμφάνιση μια ρομαντική ομορφιά. Οι κινήσεις – δεν έχω δει στην Ελληνική Σκηνή κομψότερες- ευγενέστερες, πιο φυσικές και όμως πιο μελετημένες. Το δραματικό της ξέσπασμα άγριο κι’ όμως κοντρολαρισμένο. Πίσω απ’ το πνεύμα έπαλλε μια καρδιά, πίσω από την καρδιά έτρεμε ένα πνεύμα. Η Ελένη Παπαδάκη μας έδωσε όλο το senso nuovo, όλη την Πιραντελλική «νέα αίσθηση». Αν ήμουν Πιραντέλλο θα πήγαινα να τη φιλήσω στο καμαρίνι της».

Τόσο έντονη ήταν η ανάμνηση που άφησε η Ελένη Παπαδάκη στον ρόλο της Ερσίλια Ντρέι που όταν τον Ιανουάριο του 1959 ο γαλλικός θίασος του Ζαν Μαρσά έπαιξε στην Αθήνα «Να ντύσουμε τους γυμνούς» με την Ρενέ Φωρ, οι κριτικοί μας την Παπαδάκη θυμήθηκαν. Π.χ. ο Άγγελος Τερζάκης έγραψε στο «Βήμα»: «…Το έργο αυτό που το έκανε απαθανατίσει στην ελληνική μνήμη η Ελένη Παπαδάκη…». Κι’ ο Μάριος Πλωρίτης στην «Ελευθερία»: «Και δε μπορούμε να ξεχάσουμε, μ’ όλο το πέρασμα τόσων χρόνων, τη λαμπρή παράσταση του έργου τούτου απ’ το Εθνικό μας Θέατρο, 1935… αλλά προπάντων την Ελένη Παπαδάκη. Ο πόνος, η ευγένεια, η πνευματικότητα, ο δραματικός παλμός, η απόγνωση, η διαφάνεια, που είχε δώσει στο ρόλο της Ερσίλια, έχουν μείνει για πάντα σφραγισμένα στη μνήμη μας. Προχτές, σ’ όλη την παράσταση, η σκιά της πλανιόταν πάνω στην σκηνή, και μας έκανε περήφανους για το ελληνικό Θέατρο, απαρηγόρητους για τον χαμό της Μεγάλης εκείνης…».
Ακόμη και τον Φεβρουάριο του 1960, ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης – Νόβας την Ελένη Παπαδάκη θυμάται γράφοντας στην «Νέα Εστία»: «… Την Πάολα Μπορμπόνι, τη μεγάλη πιραντελλίστρια, που είναι κατά την κρίση μου και η καλύτερη από τις ώριμες θεατρίνες της Ιταλίας, την είδα στη Φλωρεντία τέσσερες βραδιές στη σειρά σε τέσσερα έργα του Πιραντέλλο. Αί λοιπόν, η Ελένη Παπαδάκη στο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» ήταν πιραντελλικώτερη, ήταν τόσο πιραντελλική, ώστε δίκαια έγραψα τότε ότι αν ήμουν Πιραντέλλο θα πήγαινα να την φιλήσω στο καμαρίνι της».

«Πιραντελλικό» τέλος

Ο θάνατος της Παπαδάκη είχε κάτι το πιραντελλικό. Ασυνείδητοι «Αριστεροί», «Αντιστασιακοί», «Αγωνιστές» ηθοποιοί, σαν άλλος ανδρικός περίγυρός της Ερσίλια, όρμησαν να την κατασπαράξουν. Και την κατασπάραξαν υποκινούμενοι από την τερατώδη υποκειμενική αλήθεια τους. Μια αλήθεια διαστρεβλωμένη όπως συχνά συμβαίνει άλλωστε σε περιόδους εμφυλίου. Και ο εμφύλιος στην Ελλάδα ουσιαστικά ξεκίνησε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944. Οι «γυμνοί» δήμιοι ντύθηκαν τα ρούχα του «δημοκράτη» και με αυτήν την ψευδαίσθηση, την φανταστική τους αλήθεια πορεύτηκαν ως το τέλος της ζωής τους. Πολλοί από αυτούς που συμπεριφέρθηκαν σαν ιεροεξεταστές στο θήραμά τους, θα πρωταγωνιστούσαν αργότερα στο Εθνικό. Στο θέατρο όπου ακόμη και οι θυρωροί έπρεπε στα μετεμφυλιακά χρόνια να δηλώνουν «εθνικόφρονες». Με ή χωρίς «δήλωση» αποκήρυξης του κομμουνισμού, θα φορέσουν ένα πιο «νόμιμο» ένδυμα, ενώ κάποιοι άλλοι από τους «ιεροεξεταστές» θα συνεχίσουν για δεκαετίες ακόμη να φορούν το κοστούμι που θα τους συντηρεί τον μύθο του «αγωνιστή» και της «αγωνίστριας».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s