Uncategorized

Τιμπουκτού: στην πόλη – θρύλο των 333 αγίων

τιμ Το 1824, η Γεωγραφική Υπηρεσία του Παρισιού πρόσφερε 7.000 φράγκα και ένα χρυσό μετάλλιο αξίας 2.000 φράγκων στον πρώτο Ευρωπαίο που θα έφθανε στο Τιμπουκτού και θα επέστρεφε αποδεικνύοντας ότι όντως υπάρχει αυτή η πόλη και δεν ήταν απλώς αποκύημα φαντασίας κάποιων μυθομανών περιηγητών.

Πολλοί μιλούσαν για αυτήν την πόλη. Κανένας Ευρωπαίος όμως δεν κατάφερε να την επισκεφθεί, παρ’ ότι είχε περάσει ακριβώς μισή χιλιετία, από το 1324 οπότε γεννήθηκε ο θρύλος του Τιμπουκτού και σχεδόν μια χιλιετία από όταν ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα από νομάδες Τουαρέγκ.

Το 1324 ο μουσουλμάνος αυτοκράτορας του Μαλί ξεκίνησε για προσκύνημα στη Μέκκα. Σταματώντας στο Κάιρο, οι έμποροι της πόλης «θαμπώθηκαν» από τον χρυσό που κοσμούσε την ενδυμασία του. Όταν τον ρώτησαν πού υπάρχει τόσος χρυσός, αυτός απάντησε «στο Τιμπουκτού». Ο θρύλος μεγάλωσε όταν το 1354 ο εξερευνητής Ιμπν Μπατούτα έγραψε για το ταξίδι του στο Τιμπουκτού, αναφερόμενος στον χρυσό και τον πλούτο του, ωστόσο τέλος 15ου αιώνα με αρχές 16ου αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν πλούσια πόλη, παρά κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου (κυρίως αλατιού και ελεφεντόδοντου) στην έρημο. Ωστόσο ήταν σημαντικό κέντρο ισλαμικών μελετών με πανεπιστήμιο και βιβλιοθήκη, ενώ από τους περίπου 80.000 κατοίκους του, οι 20.000 ήταν ιεροδιδάσκαλοι και μαθητές τους.

Οι πρώτοι εξερευνητές

Τον 17ο αιώνα οργανώθηκε η πρώτη αποστολή στο Τιμπουκτού Βρετανών εξερευνητών, οι οποίοι όμως σφαγιάσθηκαν. Ως την αρχή του 19ου αιώνα, πολλοί φιλόδοξοι Ευρωπαίοι εξερευνητές ξεκίνησαν να βρουν το Τιμπουκτού, όμως κανείς δεν τα κατάφερε. Άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πέθαναν στην έρημο και άλλοι επέστρεψαν μετά από σκληρές κακουχίες άπραγοι. Πρώτος έφθασε το 1826 ο Σκώτος Gordon Laing. Χρειάστηκε 13 μήνες και πολλή τύχη για να γλιτώσει τις επιθέσεις των Τουαρέγκ. Δύο ημέρες όμως μετά την αναχώρησή του για το ταξίδι της επιστροφής, δολοφονήθηκε. Τελικά, πρώτος που κατάφερε να φτάσει και να επιστρέψει σώος, ήταν μετά από ταξίδι πέντε μηνών το 1828 ο Γάλλος εξερευνητής Rene – Auguste Caillie, με καραβάνι μεταμφιεσμένος σε Άραβα και μιλώντας άπταιστα αραβικά. Έτσι ήταν αυτός που απέσπασε το έπαθλο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Παρισιού.

Δύο αιώνες μετά, το Τιμπουκτού, στο φαντασιακό πολλών ανθρώπων ακούγεται ακόμη ως ένα μέρος σχεδόν μυθικό. Άλλωστε, ακόμη και το όνομά του σύμφωνα με μία από τις τέσσερις διαφορετικές ετυμολογήσεις που έχουν προταθεί, σημαίνει «κρυμμένη μακρινή πόλη». Έτσι, εύλογα αποτελεί έναν από τους «προορισμούς – τοτέμ» πολλών ταξιδιωτών.

Σήμερα υπάρχουν κυρίως δύο κύριοι τρόποι να επισκεφθεί κάποιος το Τιμπουκτού. Ο ένας είναι να φτάσει αεροπορικώς ερχόμενος είτε από την πρωτεύουσα του Μαλί, το Μπαμακό είτε από την πόλη Μόπτι, καθώς η τελευταία είναι σταθμός τράνζιτ μεταξύ Τιμπουκτού και μαλιανής πρωτεύουσας. Ο δεύτερος είναι οδικώς. Απαιτούνται όμως όχημα 4Χ4, προμήθειες με πολύ νερό για τη διαδρομή από Μπαμακό ή Μόπτι, ταξίδι ανάμεσα σε ερήμους και κάνυον, πέρασμα του ποταμού Νίγηρα με σχεδία, τουλάχιστον μία με δύο (ή και τρεις στις δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες) διανυκτερεύσεις στη διαδρομή (καλύτερη επιλογή είναι να διανυκτερεύσει κάποιος στην περιοχή των Ντογκόν, της φυλής της οποίας το όνομα συνδέεται με περίεργους θρύλους και παραδόσεις και στο Μόπτι αν ξεκινήσει από την πρωτεύουσα με ενδιάμεση στάση στην Τζενέ όπου βρίσκεται το μεγαλύτερο στον κόσμο τζαμί από πηλό). Η πρώτη επιλογή είναι η εύκολη. Η δεύτερη έχει μεν μια κάποια ταλαιπωρία, αφήνει όμως έντονες και ανεπανάληπτες εμπειρίες και μοναδικές αναμνήσεις με μια συναρπαστική διαδρομή.

«Τυχεροί» ήταν οι ταξιδιώτες που πρόλαβαν να δουν το Τιμπουκτού πριν τον Ιούλιο του 2012, όταν ισλαμιστές τρομοκράτες κατέλαβαν την πόλη και επέβαλαν τον ισλαμικό νόμο. «Τυχεροί» διότι είδαν πολλά τεμένη σπάνιας αρχιτεκτονικής ιδιαιτερότητας και ομορφιάς που ισοπέδωσαν οι ακραίοι ισλαμιστές, θεωρώντας τα δείγματα «ειδωλολατρείας». Για 2,5 χρόνια ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να ταξιδέψει ξένος στο Τιμπουκτού και γενικά στο Βόρειο Μαλί από όπου έφυγαν πρόσφυγες 500.000 κάτοικοι. Η κατάσταση πάντως βελτιώθηκε αισθητά μετά τη Συμφωνία του Αλγερίου τον Φεβρουάριο του 2015.

Τα τζαμιά της πόλης

Από τα κυριότερα αξιοθέατα του Τιμπουκτού είναι ασφαλώς τα τζαμιά του. Στην κορυφογραμμή της πόλης δεσπόζει ο μιναρές του Τζίνγκερεμπερ Ματζίντ, του τζαμιού που χτίστηκε το 1325, με το αρχιτέκτονά του, τον Αμπού Ες Χακ ες Σαχέλι να έχει αμειφθεί με 200 κιλά χρυσό από τον αυτοκράτορα του Μαλί, Μουσά Α’. Χτίστηκε από λάσπη, άχυρα και ξύλο, εκτός από τον μιναρέ και λίγα τμήματά του που κατασκευάσθηκαν από ένα είδος ασβεστόλιθου. Την 1η Ιουλίου 2012, ισλαμιστές εξτρεμιστές της «Άνσαρ Ντιν» (Υπερασπιστές της Πίστης) άρχισαν να καταστρέφουν τα μνημεία του Τιμπουκτού τα οποία είχαν μπει στη λίστα της UNESCO ως μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς). Κατέστρεψαν εν μέρει ή ολοσχερώς 7 από τα 16 μαυσωλεία της πόλης αφιερωμένα σε αγίους της αρχαιότητας και ισοπέδωσαν 2 τύμβους του Τζίνγκερεμπερ με τσεκούρια, τρυπάνια και βαρειές. Την ίδια περίοδο χτίστηκε και το τζαμί Σανκόρ το οποίο έχει τις αναλογίες της Κααμπά στη Μέκκα και φιλοξενεί Σχολείο Κορανίου (διδάσκονται μεταξύ άλλων βασικά μαθήματα, καθώς και αραβική γλώσσα και αποστήθιση του Κορανίου) δευτεροβάθμια σχολή με βασικά μαθήματα γραμματική, αστρονομία, χημεία, γεωγραφία, μαθηματικά και, φυσικά, ισλαμική διδασκαλία, στους δε απόφοιτους απονέμεται και από ένα τουρμπάνι που συμβολίζει την γνώση. «Σήμα κατατεθέν» του τζαμιού, το οποίο φιλοξενεί και βιβλιοθήκη με μισό εκατομμύριο χειρόγραφα, είναι η κόλουρη πυραμιδοειδής«μεντρεσά» με τις άκρες των ξύλων που εξέχουν από τη λάσπη του κτηρίου.

Γύρω στις αρχές του 15ου αιώνα χτίστηκε το τζαμί του Σίντι Γιάχια και τα τρία αυτά μαζί ήταν το επίκεντρο της διάδοσης του Ισλάμ στην αφρικανική ήπειρο κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, αποτελώντας σε συνδυασμό και με τα ιεροδιδασκαλεία που φιλοξενούσαν (μεντρεσά) το Πανεπιστήμιο του Τιμπουκτού.

Το Δημοτικό Μουσείο

Στο δημοτικό μουσείο του Τιμπουκτού (περισσότερο θυμίζει λαογραφικό και εθνογραφικό μουσείο) εκτίθενται αντικείμενα που συνδέονται άμεσα με τις παραδόσεις του Μαλί, όπως για παράδειγμα ενδυμασίες, μουσικά όργανα, όπλα, κοσμήματα, κ.λπ. «Ατραξιόν» του μουσείου είναι και το πηγάδι που περιβάλλει, του οποίου το νερό ήταν αυτό που προσήλκυσε τον ιδρυτή της πόλης, Μπουκτού («Το Πηγάδι του Μπουκτού» είναι μια άλλη ετυμολογική εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας της πόλης).

Η οικία Barth

Το σπίτι του Heinrich Barth είναι μέσα στα κυριότερα αξιοθέατα του Τιμπουκτού. Ο διάσημος Γερμανός εξερευνητής, σε αντίθεση με άλλους εξερευνητές οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αποικιοποίηση της Αφρικής, μελέτησε την αφρικανική κουλτούρα, κυρίως της Κεντρικής και Βόρειας Αφρικής. Η γνώση του της Αραβικής σε γραπτό και προφορικό λόγο, τον βοήθησε να αναπτύξει σχέσεις με ιεροδιδασκάλους και τοπικούς κυβερνήτες και να καταγράψει πολύτιμες πληροφορίες. Στο σπίτι του που είναι μουσείο, εκτίθενται κείμενα και αναπαραγωγές σχεδιασμάτων του, ενώ πωλείται και ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο με τη βιογραφία και το έργο του σε αρκετά χαμηλή τιμή που αξίζει να το αγοράσει ο επισκέπτης.

Στη «Μεγάλη Αγορά»

Αν βρεθεί κάποιος Δευτέρα στο Τιμπουκτού, πρέπει να περιηγηθεί στο κλειστό παζάρι «Γιόμπου Μπερ» («Μεγάλη Αγορά»). Θα βρει ανάμεσα στα άλλα, αλάτι σε ακατέργαστη μορφή που ήταν το κυριότερο είδος αγοραπωλησιών πριν αρκετούς αιώνες όταν κατέφθαναν καραβάνια με εμπόρους που αγόραζαν και πωλούσαν αποκλειστικά αλάτι το οποίο είχε τότε πολύ μεγάλη αξία. Μπαχαρικά, δερμάτινα, κομψά μαχαίρια σε διακοσμημένες δερμάτινες θήκες με σχέδια των Τουαρέγκ που χρησιμεύουν και ως χαρτοκόπτες, καθώς και σουβενίρ. Βέβαια, δεν έχει την γραφικότητα των «σουκ» του Μαγκρέμπ, ωστόσο η αυθεντικότητα και το ιδιαίτερο χρώμα του το καθιστούν ελκυστικό. Η δε ταράτσα του κεντρικού κτηρίου που χτίστηκε το 1950 (γύρω του είναι γεμάτο με πλανόδιους πωλητές) προσφέρει την καλύτερη πανοραμική θέα στην πόλη.

Το «Κέντρο Ερευνών»

Το «Κέντρο Ερευνών Αχμέντ Μπάμπα» απευθύνεται κυρίως σε όσους προτίθενται να εντρυφήσουν στην αφροαραβική παράδοση και πολιτισμό, οργανώνοντας διάφορα σεμινάρια, από αραβική καλλιγραφία μέχρι μέχρι αναλύσεις για παλιά χειρόγραφα.

Ζώντας σε άλλους ρυθμούς

Ένα ενδεικτικό περιστατικό που ζήσαμε στο Τιμπουκτού, ήταν η επιστροφή αεροπορικώς στην πρωτεύουσα Μπαμακό από όπου είχαμε ξεκινήσει τον γύρο του Μαλί με 4Χ4. Αγοράζοντας τα εισιτήρια το βράδυ της παραμονής της αναχώρησης, η υπάλληλος του γραφείου σημείωσε πάνω στα εισιτήρια το όνομα, το επώνυμο και την ώρα αναχώρησης, 8 το πρωί. Στην ερώτηση πόση ώρα πριν έπρεπε να βρισκόμαστε στο αεροδρόμιο μας χαμογέλασε και μας είπε πως 15 λεπτά νωρίτερα αν φθάναμε στο αεροδρόμιο θα ήταν ok. Διά παν ενδεχόμενον, βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο μισή ώρα νωρίτερα, από τις 7:30 για να διαπιστώσουμε πως στο λιτό ροζ κτήριό του με τα τεράστια κόκκινα γράμματα στην πρόσοψη, υπήρχε μόνο μια καθαρίστρια και δυο παιδιά που έπαιζαν. Γύρω στις 8 παρά 10 ένα αυτοκίνητο παρκάρισε μπροστά στην είσοδο από όπου βγήκαν ο Ρώσος κυβερνήτης και ο ντόπιος συγκυβερνήτης. Μας έγνεψαν με το χέρι «ελάτε» και κατευθυνθήκαμε σε ένα 17θέσιο Αντόνωφ που εκτελούσε δύο φορές την εβδομάδα τη διαδρομή Τιμπουκτού – Μόπτι – Μπαμακό και αντίστροφα. Μόλις τρία άτομα μπήκαμε στο αεροσκάφος και καθώς καθόμασταν στις μπροστινές θέσεις, ο ένας εκ των δύο πιλότων μας έκανε, τραβώντας το παραβάν που επείχε θέση θύρας της καμπίνας, νόημα αν θα μπορούσαμε να του δώσουμε έναν χαρτοφύλακα που βρισκόμασταν ανάμεσα στα πόδια μας και στο παραβάν. Σκηνή που είναι εξαιρετικά σπάνια να ζήσει κάποιος σε πτήση.

Άλλα στοιχεία που μας εντυπωσίασαν στην «Πόλη των 333 Αγίων» (μαυσωλεία και τεμένη προγόνων των κατοίκων που υπήρξαν ιεροδιδάσκαλοι, εξηγητές του Κορανίου και συγγραφείς σπανίων χειρογράφων) υπάρχουν διάσπαρτα παντού) ήταν η οι κλιματολογικές συνθήκες. Με μηδαμινές βροχοπτώσεις και ανύπαρκτη υγρασία, η ιδιαίτερα ξηρή ζέστη που έκανε τους 52 βαθμούς υπό σκιά, παρά τη δυσφορία που προκάλεσε, μια αξέχαστη εμπειρία. Άλλωστε, αυτή είναι μία από τις βασικές διαφορές του τουρίστα από τον ταξιδιώτη. Ο πρώτος ταξιδεύει αποκλειστικά για αναψυχή και άνεση με σαιζ λονγκ, πισίνες, αναψυκτικά στις παραλίες, ο δεύτερος για να γνωρίσει όσο περισσότερο σε βάθος την καθημερινότητα και την πραγματικότητα ενός τόπου είτε με οδήγημα στην έρημο είτε σε όχι πάντα ευχάριστες συνθήκες συγκοινωνιών, κλίματος, παρεχόμενων υπηρεσιών…

Παρά τους ισλαμιστές, τους αυτονομιστές που ήθελαν την ανακήρυξη του Βόρειου Μαλί σε ανεξάρτητο κράτος, το Αζαγουάντ, ή τις επιθέσεις ενόπλων ισμαϊστών στους Τουαρέγκ, η προοπτική της πλήρους ειρήνευσης σε μία από τις πρώτες δημοκρατικές χώρες της «Μαύρης Ηπείρου» θα επιτρέψει την επιστροφή των ταξιδιωτών σε μια πόλη που έχει ενθουσιάσει όλους όσοι την επισκέφθηκαν.

Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 4 Ιουνίου 2017.

Κατηγορίες:Uncategorized

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s